FreeCinema

Follow us

ΛΕΟΝΤΕΣ ΑΝΤΙ ΑΜΝΩΝ (2007)

(LIONS FOR LAMBS)

  • ΕΙΔΟΣ: Πολιτικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ρόμπερτ Ρέντφορντ
  • ΚΑΣΤ: Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Μέριλ Στριπ, Τομ Κρουζ, Μάικλ Πένια, Άντριου Γκάρφιλντ, Πίτερ Μπεργκ, Κέβιν Νταν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 92'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Τι συνδέει δυο Αμερικανούς φαντάρους σε επιχείρηση στο Αφγανιστάν, με τη συνάντηση ενός Γερουσιαστή με μια δικηγόρο και τις εξηγήσεις που δίνει για τη δράση των πρώτων (και πρώην μαθητών του) ένας καθηγητής κολεγίου σ’ έναν σπουδαστή του στην Καλιφόρνια;

«If you don’t stand for something, you might fall for anything», λέει το tagline της μεγαλύτερης σκηνοθετικής… ήττας του Ρόμπερτ Ρέντφορντ για τον κινηματογράφο μέχρι σήμερα. Δυστυχώς, η λανθάνουσα «τόλμη» του σημερινού Χόλιγουντ να φέρει τον… όποιο πόλεμο της Μέσης Ανατολής στην πατρίδα, παγιδεύει τον τόσο δημοκράτη δημιουργό και τον μετατρέπει σε ιδεολογική ντουντούκα που ενίοτε αυτοαναιρείται από το πατριωτικό εμβατήριο, πάνω στο οποίο υποχρεώνεται να ισορροπήσει.

Σε αντίθεση με τους παλαιότερους πολέμους στους οποίους ενεπλάκη η Αμερική, προκαλώντας και το αντίστοιχο εθνικό τραύμα, τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε έναν διχασμό απέναντι στον τρόπο προσέγγισης ενός προβλήματος που ολόκληρη η χώρα βιώνει δίχως να έχει συνειδητοποιήσει ακριβώς το γιατί! Και, ακόμη χειρότερα, χωρίς να έχει καταλάβει ποιος κέρδισε, για ποιο λόγο και αν έχει τελειώσει η αγωνία για την ασφάλεια στα δικά της σύνορα ή ο θρήνος για τα «παιδιά» της που έπεσαν στο βωμό μιας σύγκρουσης φημολογιών, δορυφόρων και πετρελαϊκών συμφερόντων. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες κινηματογραφικές απόπειρες που δεν εμπλέκουν τα πάτρια εδάφη, συμπληρώνουν το… χάος και την αμφισβήτηση με σαρκαστικές διαθέσεις, ενώ οτιδήποτε άλλο ακουμπάει την πατρίδα, μετατρέπεται σε θρίλερ πολιτικό ή αποτολμά να δικάσει τη συνείδηση του (Αμερικανού) θεατή, βάζοντάς τον μπρος σε ισχυρά διλήμματα… ελευθεριότητας. Να σου το κάνω λιανά αυτό το τελευταίο; Η σωστή «αντιπολεμική» ταινία του σήμερα είναι εκείνο το δράμα όπου ο σεναριογράφος παίρνει τις σωστές θέσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές, ζυγίζει καλά τα δίκαια και τα άδικα του κάθε πολεμοχαρούς ή εισβολέα, και προσπαθεί ν’ αποδείξει πως από τη στιγμή που έμπλεξες σε τούτο το αδιέξοδο και κακό πράγμα το οποίο αποκαλούμε πόλεμο, έχεις φταίξει. Έτσι, ο θεατής σηκώνει τα χέρια ψηλά όταν μια ταινία του δείχνει πως και ο εχθρός έχει ψυχή ή όταν τα δικά τους κυβερνητικά παιχνίδια (της συντήρησης) δεν τα ξεπλένει ούτε ωκεανός…

Στην περίπτωση του φιλμ του Ρέντφορντ, η αυτοκριτική είναι το ζητούμενο, παραδίπλα σε ένα αίσθημα αφύπνισης του πολίτη που πρέπει να συμμετέχει και να παλεύει γι’ αυτό που πιστεύει. Η Δημοκρατία είναι ένα μεγάλο αγαθό του αμερικανικού λαού, λοιπόν. Και για να το διαφημίσουμε καλύτερα, δεν αρκούν τα ντοκιμαντέρ εκείνου του «γραφικού» κυρίου Μάικλ Μουρ. Η Δημοκρατία είναι κτήμα των celebrities, του all-star cast που αγγίζει τις μάζες καλύτερα από τους πολιτικούς. Αν οι τελευταίοι παρασύρουν τους ψηφοφόρους τους σαν τα πρόβατα, κρατώντας κι από μια Βίβλο στο δεξί, γιατί να μη μπορούν και οι Κρουζ, Στριπ και Ρέντφορντ; Οι οποίοι δεν έχουν λόγο να κατεβούν σε εκλογές, το επάγγελμα που επέλεξαν, προφανώς, τους αμείβει καλύτερα και από τον πρωταθλητή της μίζας Γερουσιαστή και βάλε, την εξουσία τους στα media την έχουν στο τσεπάκι κι αν επιθυμούν να δώσουν και ένα επιπλέον πολιτικό στίγμα, φωνασκούν σε μια απονομή των Όσκαρ, ρίχνουν κανένα τροχάδην για σκοπό πανανθρώπινο κι οργώνουν τα talk shows με το εκάστοτε μήνυμά τους. Ή, δυστυχώς για εμάς, κάνουν και από μια ταινία… δημοκρατικού χαρακτήρα.

Στην προκειμένη, το έγκλημα το οποίο πρέπει να υποστείς επί της οθόνης πλασάρεται σε ζεύγη τριών debate (η άκαμπτη δημοσιογράφος και ο γαλίφης πολιτικός, τα δύο φανταράκια που ξεμένουν ως στόχος των Ταλιμπάν στα όρη του Αφγανιστάν και ο πρώην καθηγητής τους που εκβιάζει σπουδαστή ζαμανφουτίστα) και σερβίρεται με μια θεατρινίστικης πλήξης στατικότητα δικάμερου, με το διάλογο να χασμουριέται από τα στερεότυπα πολιτικού λόγου, μέχρι να χτυπήσει ντουβάρι από την ποσότητα των ερωτηματικών και μόνο. Και καλά, πες πως η μικρή του διάρκεια δε θα σου το μπήξει το μαχαίρι της υπομονής, πως Κρουζ και Στριπ κάνουν καλό παιχνίδι με το φακό κι ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Πάνω εκεί, λοιπόν, χτυπά η ολέθρια κατακλείδα στο επί του πρακτέου δράμα των δύο commando και μαζί με κάτι πινελιές ενοχικές στο χαρακτήρα της Στριπ (βλέπε πλάνα στρατιωτικού νεκροταφείου…), υψώνεται το λάβαρο της αστερόεσσας και ο Ρέντφορντ χάνει πλήρως το μπούσουλα! 88 λεπτά αργότερα, εξέρχεσαι της αιθούσης μ’ ένα βαθύ κενό (στο μυαλό και την τσέπη) και μια σίγουρη εντύπωση πως τούτο το σενάριο θα έστεκε καλύτερα σ’ ένα θεατράκι της πλέον off περιφέρειας. Εκτός κι αν είσαι πρόβατο…

Υ.Γ. Το δικό μου tagline θα έλεγε… «Κάνε το debate και ριξ’ το στο γιαλό»!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Το άνωθεν κείμενο είναι η κριτική που έγραψα το 2007, όταν το φιλμ διανεμήθηκε για πρώτη φορά στους ελληνικούς κινηματογράφους. Εξαιρετικό παράδειγμα… φιάσκου, που μας διδάσκει ότι όσο ταλέντο κι όσους stars και να χώσεις σ’ ένα προβληματικό έργο (από γραφής του), δεν το σώζεις με τίποτα. Επόμενο ήταν να το αγνοήσουν οι πάντες στα βραβεία της επόμενης χρονιάς (ούτε καν υποψηφιότητες δεν είδε!).


MORE REVIEWS

ΓΑΖΑ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Ηλικιωμένος ψαράς στη Γάζα είναι κρυφά ερωτευμένος με γυναίκα που βλέπει καθημερινά στην αγορά. Η τυχαία ανεύρεση αρχαίου αγάλματος περιπλέκει τα αισθηματικά του προβλήματα.

ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ

Σ’ ένα απομακρυσμένο, παραδοσιακό εργοστάσιο παραγωγής τούβλων, ένας άνδρας θα «παίξει» το τελευταίο χαρτί της προσωπικής του επανάστασης, όταν το αφεντικό ανακοινώσει το κλείσιμό του και, συνακόλουθα, την απόλυση των λιγοστών εργαζόμενων σ’ αυτό.

ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΓΑΜΟ

Δέκα χρόνια σχέσης, γάμου και χωρισμού, μέσα από στιγμές της ζωής της Μαριάν και του Γιόχαν.

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΨΥΧΩΝ

Φιλόδοξος τυχοδιώκτης, με ταλέντο να χειραγωγεί τους ανθρώπους, ανέρχεται κοινωνικά παριστάνοντας το μέντιουμ και σε συνδυασμό με μία ψυχίατρο δίχως ηθικές αναστολές, ετοιμάζεται να κατακτήσει τον κόσμο, παραγνωρίζοντας τη σημασία του… «απ' τα ψηλά στα χαμηλά».

ΡΑΪΝΕΡ ΒΕΡΝΕΡ ΦΑΣΜΠΙΝΤΕΡ

Η ζωή του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, όπως την όρισε η σκηνοθετική του καριέρα μέσα στο διάστημα μιας δεκαπενταετίας.