ΜΙΚΡΕΣ ΑΝΑΣΕΣ (2026)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αμέρισσα Μπάστα
- ΚΑΣΤ: Ελίνα Τσιορμπατζή, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Τζέο Πακίτσας, Δημήτρης Κίτσος, Λούλι Μπίτρι, Μαρίνα Μακρή, Γιώργος Πυρπασόπουλος
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 92'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD
Η Λένα δουλεύει σ’ ένα τοπικό supermarket μιας αθηναϊκής γειτονιάς, ασφυκτιά σ’ ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα με τους γονείς και τον αδελφό της, δεν είναι βέβαιη αν το αγόρι της αντιμετωπίζει την κατάστασή τους σαν σοβαρή σχέση κι ονειρεύεται να φτιάξει ένα δικό της σπιτικό, αλλά… με τι λεφτά; Μια εγκυμοσύνη θα αιφνιδιάσει τους πάντες γύρω της.
Υπάρχει μία λεπτομέρεια που παρατήρησα σε μια σκηνή του σκηνοθετικού ντεμπούτου της Αμέρισσας Μπάστα. Ο πατέρας επιστρέφει στο σπίτι κουβαλώντας μια τηλεόραση μεγαλύτερων ιντσών (για να παρακολουθεί καλύτερα τους αγώνες ποδοσφαίρου με τους φίλους του) και χτυπά το κουδούνι της εξώπορτας για να του ανοίξουν. Μέσα, κόρη και μητριά προβληματίζονται για το τι θα κάνουν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, καθώς οι λογαριασμοί έμεναν απλήρωτοι και τους το έκοψαν. Και το κουδούνι χτυπά. Χωρίς ρεύμα. Καθόμουν και σκεφτόμουν πόσο πιο λειτουργική θα ήταν δραματουργικά η σκηνή εάν ο πατέρας χτυπούσε νευρικά την πόρτα, δίχως ν’ ακούγεται το κουδούνι, για να μπει μέσα στο σπίτι πιο φουριόζος και ν’ ανακαλύψει (στα όρια του εξευτελισμού) πως ρεύμα… γιοκ. Δηλαδή, σκεφτόμουν πιο ρεαλιστικά και πρακτικά από τους δύο σεναριογράφους του φιλμ (την Μπάστα και τον Δημήτρη Νάκο).
Εάν δύο σεναριογράφοι δεν είναι ικανοί να κάνουν μία τόσο απλή και βασική σκέψη, τι να λέμε τώρα για τα υπόλοιπα από τα τεκταινόμενα στις «Μικρές Ανάσες», οι οποίες δεν έχουν τίποτα για να υπερηφανεύονται ως πλοκή σε σύγκριση με τις άκρως λαϊκίστικες «Οικογενειακές Ιστορίες» του τηλεοπτικού σταθμού ALPHA! Όλα τα πιο φρικτά στερεότυπα καταστασιακού σερβίρονται με μία ξεδιάντροπη άνεση, για να μας «διδάξουν» πως ο κόσμος εκεί έξω (και δη η νεολαία) δεν τα βγάζει πέρα. Και η νεαρή Λένα φορτώνεται ένα κάρο από μικρές συμφορές που συνολικά την βαραίνουν σαν χιονοστιβάδα σταδιακά, ώσπου ν’ αποφασίσει να «απελευθερωθεί» όσο πιο επαναστατικά γίνεται, αντί να σπαταλιέται ανάμεσα στην προϊσταμένη του supermarket, τους γονείς που της ζητάνε δανεικά, του γκόμενου που είναι και δεν είναι δικός της κι ενός σπλάχνου που εδώ και λίγους μήνες μεγαλώνει μέσα της. Τίποτε άλλο;
Είναι μάλλον αστείο να θεωρούμε τους προβληματισμούς αυτού του σκηνοθετικού ντεμπούτου ως κάτι το σύγχρονο που αφορά, πόσω μάλλον όταν το ελληνικό σινεμά έχει αντιμετωπίσει πολλάκις παρόμοια ζητήματα, από το «45 Τετραγωνικά» (2010) μέχρι και σήμερα. Και δίχως τόσο (δήθεν) ψυχολογικά εκβιαστικές «ανατροπές» που σχεδόν παρωδούν το όλο εγχείρημα και υποβιβάζουν ότι αξιοπρεπές υπάρχει (στον τομέα των ερμηνειών, κυρίως) σε τούτη την παραγωγή. Όσο κι αν προσπαθούσα να «μασήσω» τα όσα παρακολουθούσα, στην ξαφνική επίσκεψη εκείνου του «φιλικού» ζευγαριού στο σπίτι έχασα την ψυχραιμία μου. Και με το «happy end» του φινάλε ντράπηκα κιόλας. Ωραία «λύση». Φανταστικό μήνυμα «ευθύνης». Μπράβο σας!
