ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟΝ ΤΡΙΤΟ ΟΡΟΦΟ (2026)
(LE CRIME DU 3ᵉ ÉTAGE)
- ΕΙΔΟΣ: Κομεντί Μυστηρίου
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ρέμι Μπεζανσόν
- ΚΑΣΤ: Ζιλ Λελούς, Λετίσια Κάστα, Γκιγιόμ Γκαλέν, Μαρί-Κριστίν Ορί
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 104'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ
Καθηγήτρια κινηματογράφου με εξειδίκευση στον Άλφρεντ Χίτσκοκ παρασύρει τον σύζυγό της, έναν βαριεστημένο συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων, στην (βάσιμη;) υποψία της ότι ο γείτονας του απέναντι διαμερίσματος έχει δολοφονήσει τη γυναίκα του. Θα γίνει του… «Σιωπηλού Μάρτυρα»;
Είναι πανεύκολο να τοποθετηθεί τούτο το «Έγκλημα του Τρίτου Ορόφου» στην άτυπη κατηγορία… «θα τρίζουν τα κόκαλα του Άλφρεντ Χίτσκοκ», πλάι (ή πολύ κοντά, έστω) σ’ εκείνη την αλήστου μνήμης «Rebecca» του Μπεν Γουίτλι. Αν και δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για remake του «Σιωπηλού Μάρτυρα» (1954), οι ομοιότητες της πλοκής είναι τέτοιες που ευθύς αμέσως παραπέμπουν στο εν λόγω χιτσκοκικό αριστούργημα, με το πλήθος των αναφορών από το σύνολο του έργου του maître να ενισχύουν τον άνωθεν «προβληματισμό». Η αυτοσαρκαστική διάθεση, εν τούτοις, που επιδεικνύει συνολικά το φιλμ, καθώς και ο ανάλαφρος παλιμπαιδισμός του (υπό τον μανδύα κομεντί μυστηρίου), μ’ έκανε να το παρακολουθήσω με διάθεση ψυχαγωγικής συγκατάβασης. Πόσω μάλλον όταν κατά την τελευταία δεκαετία έχω γίνει μάρτυρας (και όχι τόσο… σιωπηλός!) μιας σειράς πολλαπλών «εγκλημάτων» του γαλλικού κινηματογράφου, των οποίων το μοναδικό μυστήριο εντοπιζόταν στην… αιτία διανομής τους στα ελληνικά σινεμά.
Άπαξ της δημιουργίας της υποψίας πως ο ένοικος του απέναντι διαμερίσματος (ένας αποτυχημένος θεατρικός ηθοποιός και σκηνοθέτης, του οποίου ο προχώ και τετράωρος «Άμλετ» πηγαίνει ολοταχώς για λουκέτο!) έχει δολοφονήσει την κωφάλαλη σύζυγό του, ξετυλίγεται (ως φόρος τιμής στον Χίτσκοκ) ένα πλήθος αναφορών στη φιλμογραφία του, με τη μερίδα του λέοντος (σαφώς και) να πηγαίνει κατά «Σιωπηλό Μάρτυρα» μεριά. Η συνθήκη αυτή, αν και έντιμη στις προθέσεις της (είναι βέβαιο πως ο Ρεμί Μπεζανσόν θαυμάζει τον Χίτσκοκ), σταδιακά ευνουχίζει τον ρυθμό της ταινίας, μιας και κάπου μοιάζει πως γίνεται προσπάθεια να συμπεριληφθούν στην πλοκή όσο το δυνατόν περισσότερα «homage», παρά να ενισχυθεί το εγκληματικό μυστήριο και το σασπένς. Από τη στιγμή, μάλιστα, που η αρχική «πηγή» έμπνευσης δεν μπορεί παρά να στριφογυρίζει στο μυαλό του θεατή, το κατά που πάει το πράγμα είναι σίγουρα προβλέψιμο, όσο κι αν η γενικότερη ατμόσφαιρα έχει τύχει ενός σύγχρονου «upgrade». Διάφορα gadget, όπως γυαλιά ηλίου με ενσωματωμένη κάμερα (αντί της παλαιομοδίτικης φωτογραφικής μηχανής του Τζέιμς Στιούαρτ, ίσως;) ή AirPods για άμεση επικοινωνία εν ώρα παρακολούθησης υπόπτου, χρησιμοποιούνται κατά κόρον από τους δύο άτυπους ντετέκτιβ, δημιουργώντας μου την αθώα απορία για το κατά πόσο ο Χιτς θα χρησιμοποιούσε τέτοια «τζεϊμσμποντικά» κόλπα στις μέρες μας.
Αν η χιτσκοκική εμμονή του Γάλλου σκηνοθέτη έχει λόγο ύπαρξης στο φιλμ, η υποπλοκή (η οποία αντλεί έμπνευση από την ταινία του Φιλίπ ντε Μπροκά «Ένας Υπέροχος Κατάσκοπος» του 1973) σίγουρα δεν έχει. Σύμφωνα με αυτήν, ο συγγραφέας που υποδύεται ο Ζιλ Λελούς φαντασιώνεται τον εαυτό του ως έναν Ηρακλή Πουαρό των γαλλικών αριστοκρατικών σαλονιών του 19ου αιώνα, όντας ο ίδιος ήρωας των μυθιστορημάτων του. Σκοπός της όλης φάσης είναι να υπογραμμίσει το «μπλοκάρισμα» της έμπνευσής του, το οποίο τον έχει οδηγήσει σε παραίτηση από τη χαρά της ζωής, πλην όμως δεν κολλάει με τίποτα με το βασικό «χιτσκοκικό» στόρι, πληθαίνοντας απλά τις διάφορες αναφορές της pop κουλτούρας επί το γενικότερο. Η αφηγηματική ροή αποσυντονίζεται από τη συχνή (και αδικαιολόγητη) ένθεση των περιπετειών του υποτιθέμενου Γάλλου ντετέκτιβ, «στρώνοντας» κατά κάποιο τρόπο το χαλί για το βεβιασμένο φινάλε της αποκάλυψης σκοπών και ενόχων.
