ΕΝΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ (2025)
(LA CITTÀ DI PIANURA)
- ΕΙΔΟΣ: Δραματική Κομεντί
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φραντσέσκο Σοσάι
- ΚΑΣΤ: Σέρτζιο Ρομάνο, Πιερπάολο Καποβίλα, Φιλίπο Σκότι, Ρομπέρτο Τσιτράν, Αντρέα Πενάκι, Τζούλια Μπερτάσι
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 100'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: DANAOS FILMS
Ο Ντοριάνο και ο Καρλομπιάνκι πρέπει να παραλάβουν έναν φίλο τους από το αεροδρόμιο του Τρεβίζο. Έως ότου να ξημερώσει, όμως, έχουν χρόνο για ένα τελευταίο ποτό. Και για ακόμη ένα. Και για ακόμη ένα. Και για…
Οι θεωρητικοί των οικονομικών λένε πως όσο περισσότερο καταναλώνεις ένα αγαθό, τόσο μειώνεται η ικανοποίηση που εισπράττεις από αυτό. Πιθανότατα ισχύει για τα πάντα, όμως, μάλλον όχι (και) για το αλκοόλ! Η ατελείωτη αναζήτηση ενός τελευταίου ποτού από τους καλούς φίλους Ντοριάνο και Καρλομπιάνκι αψηφά τις θεωρίες της… φθίνουσας χρησιμότητας, θέτοντας στο προσκήνιο κάποια πράγματα που όλοι οι οικονομολόγοι του κόσμου θα αδυνατούσαν να μετρήσουν. Η φιλική εξυπηρέτηση που οι δυο τους έχουν αναλάβει να φέρουν εις πέρας, μετατρέπεται σταδιακά σε αποστολή αυτογνωσίας, κάνοντας την περιοχή του Βένετο, με τους σκοτεινούς επαρχιακούς δρόμους, τους σταθμούς των τρένων, τις ξεχασμένες επαύλεις, τα φτηνά bar και τις κρυμμένες τρατορίες, να λαμβάνει μορφή άτυπου προσκυνήματος. Εις το όνομα μιας βαθιάς φιλίας και μιας αιώνιας ανεμελιάς, που όσα ποτά κι αν κατεβάσει κανείς, η δίψα για αμφότερες μοιάζει πως δεν θα σβήσει ποτέ.
Από τη στιγμή που το δίδυμο των πενηντάρηδων κολλητών φίλων «μαζεύει» στο αυτοκίνητό του τον ντροπαλό φοιτητή αρχιτεκτονικής Τζούλιο, πείθοντάς τον να τους ακολουθήσει στην αναζήτηση της αλκοολούχας ξεγνοιασιάς και της ελπίδας του έρωτα, το «Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο» γίνεται κάτι σαν μια μεθυσμένη εκδοχή του «Φανφαρόνου» (1962). Η άγνοια εκλαμβάνεται ως ένα είδος σοφίας, με τους παλαιότερους να είναι αυτοί που αναλαμβάνουν να την μεταλαμπαδεύσουν στους νεότερους. Το πρόβλημα είναι πως το μονοπάτι προς την κατάκτηση της αδόκιμης τούτης γνώσης δεν είναι στρωμένο από την πείρα που έχει αποκτηθεί μέσω διορατικότητας και τεχνικής κατάρτισης, αλλά από τη δεξιότητα του σχολείου του… δρόμου, που κάνει την μικροκομπίνα συνώνυμο του παλιμπαιδισμού και την εξωστρέφεια ασφαλές δείγμα ορθής αντίληψης.
Βαδίζοντας στα βήματα της παράδοσης της comedia all’ Italiana, το road trip των Ντοριάνο και Καρλομπιάνκι βρίθει μελαγχολίας μεταμφιεσμένης σε καλή διάθεση, αδιαφορώντας για τις τυπικές τριβές που (ενδεχομένως) προκύπτουν σε τέτοιους είδους οδοιπορικά. Η αναζήτηση ενός θαμμένου θησαυρού (ικανού να τους ξελασπώσει μια για πάντα), που κάπου ξεπροβάλλει σαν σκοπός του ταξιδιού τους, γίνεται η ανάμνηση ενός πικρού παρελθόντος, όπου η παραίτηση εναλλάσσεται με την προσδοκία. Ακόμα και όταν η πορεία του αυτοκινήτου τους τείνει να παρεκκλίνει προς το φαρσικό στοιχείο του «Οι Εντιμότατοι Φίλοι μου» (1975), προτάσσοντας κόλπα αρχιτεκτονικά και ελαφρώς απατεωνίστικα, το τιμόνι του επανέρχεται γρήγορα στο μοτίβο μιας τεμπέλικης ωρίμανσης, που εν μέσω ενός γενικότερου μαρασμού αναζητά απάγκιο πρόσκαιρης (έστω) αναζωογόνησης.
Η προσμονή της οικονομικής άνθησης και της εύκολης ζωής, που στα 1962 αντικατοπτριζόταν στην πολυτελή Lancia του Μπρούνο του Βιτόριο Γκάσμαν, έχει δώσει τη θέση της στο ψευτομεγαλείο μιας αγορασμένης με κλεψιμέικα Jaguar, ωσάν απομεινάρι μιας άγριας οικονομικής κρίσης που «διέλυσε» τους πάντες και τα πάντα. Η ασπρόμαυρη αθωότητα της ιταλικής επαρχίας του ’60 είναι πια βουτηγμένη στην «ομίχλη» της νοσταλγίας των ξεθωριασμένων φιλμ, αναδύοντας εικόνα εγκατάλειψης. Βάλτε, λοιπόν, να πιούμε!
