ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ (2025)
(LE CHANT DES FORÊTS)
- ΕΙΔΟΣ: Ντοκιμαντέρ
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Βενσάν Μινιέ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 95'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ONE FROM THE HEART
Παππούς, γιος και εγγονός παρατηρούν την άγρια φύση στα Βόσγια Όρη της βορειοανατολικής Γαλλίας, με απώτερο στόχο την αντάμωση με το απειλούμενο είδος του αγριόκουρκου.
Το νέο ντοκιμαντέρ του Βενσάν Μινιέ διαδραματίζεται σε εδάφη πολύ πιο οικεία σε αυτόν, απ’ ότι τα μακρινά οροπέδια του Θιβέτ όπου λίγα χρόνια πριν αναζητούσε την «Λεοπάρδαλη του Χιονιού» (2021). Η βάση τούτου του εγχειρήματος βρίσκεται στο αυτοβιογραφικό βιβλίο που είχε εκδώσει ο πατέρας του το 2022 με τίτλο «L’Oiseau-Forêt», στο οποίο περιγράφει τις πάνω από οκτακόσιες (συνολικά) ημέρες και νύχτες που πέρασε στο δάσος των Βοσγίων καταγράφοντας τη Φύση και τα ζώα της περιοχής, αναπτύσσοντας ένα εμμονικό πάθος για το σπάνιο (πια) είδος του αγριόκουρκου. «Το Τραγούδι του Δάσους» αναδημιουργεί τις αναμνήσεις του παππού Μισέλ, όπως αυτός τις διηγείται (με τη βοήθεια του γιου του Βενσάν) στο εγγονό του, τον δωδεκάχρονο Σιμόν. Η προσέγγιση αυτή έχει ως αποτέλεσμα το ντοκιμαντέρ να χάνει σημαντικά σε αυθεντικότητα, μιας και η γνήσια, ατέρμονη αναμονή για την εμφάνιση της θρυλικής λεοπάρδαλης του χιονιού στα παγωμένα οροπέδια του Θιβέτ εδώ αντικαθίσταται από κάτι που μοιάζει ελαφρώς «στημένο».
Το πρόβλημα της συνθήκης αυτής μεγεθύνεται από το «twist» που λαμβάνει χώρα λίγο μετά το μέσον της διάρκειας τούτου του ντοκιμαντέρ. Καθώς ο αγριόκουρκος είναι επί της ουσίας εξαφανισμένος από τα Βόσγια Όρη, οι δύο άνδρες αποφασίζουν να ανασυστήσουν τη σκηνή της συνάντησης μαζί του στη Νορβηγία (κοινωνώντας στον μικρό Σιμόν τα αισθήματα που αυτοί ένιωσαν όταν αντίκρισαν το σπάνιο πουλί για πρώτη φορά στη ζωή τους), όπου το είδος δεν κινδυνεύει και ο εντοπισμός του είναι αρκετά εύκολος. Δηλαδή, τα πλάνα τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την αναπαράσταση των γεγονότων και περιγράφονται στο βιβλίο γυρίστηκαν αρκετές εκατοντάδες χιλιόμετρα από το σημείο που έλαβαν χώρα, στουκάροντας τόσο με την αυθεντικότητα του ντοκουμέντου, αλλά πολύ περισσότερο θέτοντάς τα σε καθεστώς σύγκρισης με την «Λεοπάρδαλη». Το απρόβλεπτο της ανακάλυψης του λευκού αιλουροειδούς (αρχικά από ένα τυχαίο φωτογραφικό κλικ!), μαζί με την προσμονή μιας κάποιας πιθανής εμφάνισής του, καθοδηγούσαν με μαεστρία την καταγραφή αυθεντικών πτυχών του μεγαλείου της Φύσης. Η παράμετρος αυτή έχει εν μέρει θυσιαστεί στο «Τραγούδι», χάριν μιας πιο ελκυστικής απεικόνισης της ζωής στο δάσος (ωσάν ένα πολυτελές φωτογραφικό album).
Οι ανωτέρω παρατηρήσεις δεν μειώνουν στο ελάχιστο τους ισχυρούς δεσμούς αγάπης που ο Βενσάν Μινιέ διατηρεί με τη Φύση, οι οποίοι (όπως αποδεικνύεται με τούτο το «Τραγούδι») μεταλαμπαδεύονται από γενιά σε γενιά. Ο νεαρός Σιμόν μοιάζει εδώ να ενέχει την άτυπη θέση ενός οποιουδήποτε θεατή του έργου, καθώς οι ερωτήσεις που θέτει στον παππού του και στον πατέρα του, αντίστοιχα, σχετικά με τις μεθόδους παρατήρησης και τη μοναχική διαβίωση στο δάσος είναι εκείνες που κάθε αρχάριος (πιθανότατα) θα έκανε. Όσο κι αν το μυστήριο της εκ του σύνεγγυς παρακολούθησης κάπου εξουδετερώνεται από το «τεχνητό» της σκηνοθετικής προσέγγισης, οι διηγήσεις του Μισέλ Μινιέ από τα χρόνια της νιότης του αναδεικνύουν από τη μία αληθινό νοιάξιμο για τα ελάφια, τους λύγκες και το κάθε είδος πουλιών που εντρυφούν στα Βόσγια Όρη, ενώ από την άλλη καταθέτουν το εύλογο συναίσθημα της ανησυχίας για το μέλλον όλων αυτών. Ελάχιστες δεκαετίες πριν, πατήρ και υιός Μινιέ είχαν μαγευτεί από τον ερωτικό «χορό» του αγριόκουρκου κατά την εποχή του ζευγαρώματός του, έχοντας τη δυνατότητα να τον παρακολουθήσουν σχεδόν δίπλα στο σπίτι τους. Για να δει με τα μάτια του ο μικρός Σιμόν το ίδιο, έπρεπε να πάει μέχρι τη χιονισμένη Νορβηγία…
