ΟΙ ΔΟΚΙΜΑΣΤΡΙΕΣ (2025)
(LE ASSAGGIATRICI)
- ΕΙΔΟΣ: Ιστορικό Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σίλβιο Σολντίνι
- ΚΑΣΤ: Ελίζα Σλοτ, Μαξ Ρίμελτ, Άλμα Χασούν, Έμμα Φαλκ, Όλγκα φον Λούκβαλντ, Τία Ράσε, Μπέριτ Βάντερ, Νικολό Παζέτι, Κρίμχιλντ Χάμαν
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 123'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ROSEBUD.21
«Λημέρι του Λύκου», Ανατολική Πρωσία, 1943. Επτά Γερμανίδες της περιοχής του αρχηγείου του Φύρερ αναγκάζονται να τρώνε κάθε μέρα το φαγητό που προορίζεται για τον Άντολφ Χίτλερ, προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν προσπάθεια δηλητηριασμού του.
Θα πίστευε κανείς πως ογδόντα χρόνια μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τις αμέτρητες ταινίες που έχουν γυριστεί για την περίοδο αυτή, η σχετική θεματολογία θα είχε εξαντληθεί. Κι όμως, ο βετεράνος Ιταλός σκηνοθέτης Σίλβιο Σολντίνι «ανακάλυψε» ένα γεγονός που ουδέποτε έχει παρουσιαστεί στον κινηματογράφο (αν και η ιστορική του αλήθεια ελέγχεται). Μια ιδέα από μόνη της, εν τούτοις, σπανίως αρκεί για κάτι ουσιαστικό και ολοκληρωμένο.
Καθώς η μάχη του Στάλινγκραντ δείχνει να χάνεται οριστικά για τη ναζιστική Γερμανία, δημιουργώντας συνθήκες επερχόμενης ήττας στον πόλεμο, η νεαρή Ρόουζ εγκαταλείπει το δοκιμαζόμενο από συμμαχικούς βομβαρδισμούς Βερολίνο, αναζητώντας καταφύγιο στο χωριό των πεθερικών της στην Ανατολική Πρωσία. Ο στρατιώτης σύζυγός της αγνοείται κάπου στο ρωσικό μέτωπο, με τις ελπίδες επιστροφής του στο σπίτι να είναι λιγοστές, την ίδια ώρα που οι συνθήκες διαβίωσης στην περιοχή (εξαιτίας έλλειψης τροφίμων και χρημάτων) γίνονται ολοένα και πιο δύσκολες. Η στρατολόγησή της (μαζί με άλλες έξι γυναίκες) από τα SS, για την ειδική αποστολή της δοκιμής του φαγητού που καθημερινά μαγειρεύει για τον Χίλτερ ο chef του μυστικού καταφυγίου του, αντιμετωπίζεται αρχικά με φόβο αλλά και συγκατάβαση. Ναι μεν ελλοχεύει ο κίνδυνος του θανάτου από πιθανή απόπειρα δηλητηρίασης (να σημειωθεί πως το καλοκαίρι του 1944 στο συγκεκριμένο «Αρχηγείο του Φύρερ» έλαβε χώρα η αποτυχημένη προσπάθεια δολοφονίας του με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Βαλκυρία»), όμως, από την άλλη πρόκειται για πληρωμένη δουλειά, έστω και υπό το καθεστώς της μόνιμης απειλής των αξιωματικών των SS.
Το φιλμ βασίζεται στο φερώνυμο μυθιστόρημα της Ροζέλα Ποστερίνο, το οποίο με τη σειρά του αντλούσε έμπνευση από την εξομολόγηση της Μάργκοτ Βολκ, η οποία λίγα χρόνια πριν την έκδοση του βιβλίου (κυκλοφόρησε το 2018) και ευρισκόμενη σε ηλικία ενενήντα πέντε ετών είχε ισχυριστεί σε άρθρο που δημοσιεύτηκε σε γερμανική εφημερίδα πως στα νεανικά της χρόνια είχε διατελέσει «δοκιμάστρια» των γευμάτων του Χίτλερ. Η ιστορία της αμφισβητήθηκε έντονα από ιστορικούς, καθώς ουδέποτε είχαν καταγραφεί σχετικές αναφορές, όμως, ανεξαρτήτως αυτού, για βασική σεναριακή ιδέα δεν παύει να στέκει αρκετά ιντριγκαδόρικη. Το κακό είναι πως αυτό που αρχικά ακούγεται σαν μια παράξενη και ενδεχομένως συναρπαστική ματιά στην καταδικασμένη ναζιστική ηγεσία της περιόδου εκείνης, σύντομα αποδεικνύεται πως δεν αποτελεί παρά μία νωθρή ιστορία που απλώς αναπαράγει κλισέ και στερεότυπα τα οποία δεκάδες φορές έχουμε δει σε ταινίες που καταπιάνονται με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Οι σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στις επτά γυναίκες, καθώς κάθε μία εξ αυτών αντιπροσωπεύει έναν συγκεκριμένο τύπο («η αθώα», «η αντιστασιακή», «η κυνική» κτλ.), οδηγεί σε προβλεπόμενες συγκρούσεις, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται η επαναλαμβανόμενη διαδικασία σερβιρίσματος των γευμάτων υπό τις φωνές των SS ή οι νουθεσίες του αρχιμάγειρα που έχει τους δικούς του καημούς, είτε εξαιτίας των χορτοφαγικών περιορισμών που επιβάλλει η διατροφή του Χίτλερ, είτε εξαιτίας της αδυναμίας εξεύρεσης καλής ποιότητας υλικών. Η ιδέα ότι ο Άντολφ Χίτλερ ενδύθηκε κατά την τελική φάση του πολέμου τον μανδύα ενός βουτηγμένου στην παράνοια μεσαιωνικού βασιλιά (ο οποίος φοβόταν και τη σκιά του ακόμη), ουδόλως αναπτύσσεται εδώ, καθώς ο Φύρερ δεν υπάρχει ως χαρακτήρας στο σενάριο! Κάπως έτσι χάνεται η ευκαιρία να υπογραμμιστεί (έως και με σατιρικούς τόνους) ο παραλογισμός της όλης κατάστασης, με τον Ιταλό σκηνοθέτη να βρίσκει (αντιθέτως) ασφαλές καταφύγιο στους χιλιοειπωμένους «απαγορευμένους» έρωτες, τη βιαιότητα των SS και τους κρυμμένους Εβραίους. Η έμμεση συνενοχή στο ναζιστικό έγκλημα ίσα που αγγίζεται, σε αντίθεση με τις σχηματικές αντεγκλήσεις και μικροπρέπειες που επιχειρούν να καθρεφτίσουν τη γυναικεία ψυχολογία εν καιρώ πολέμου.
