ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΛΗΣΗ (2026)
- ΕΙΔΟΣ: Δραματικό Αστυνομικό Θρίλερ
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σερίφ Φράνσις
- ΚΑΣΤ: Ορφέας Αυγουστίδης, Μαρία Ναυπλιώτου, Γιώργος Μπένος, Δημήτρης Λάλος, Ρένια Λουιζίδου, Νίκος Ψαρράς, Ερρίκος Λίτσης, Καλλιόπη Χάσκα, Γιάννης Καράμπαμπας, Βασίλης Ρίσβας, Πολύδωρος Βογιατζής, Θοδωρής Σκυφτούλης, Ράσμη Τσόπελα
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 96'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER
Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2000, καταζητούμενος δραπέτης κρατά μια οικογένεια σε ομηρία και απειλεί πως θα χρησιμοποιήσει μια χειροβομβίδα που δεν αφήνει ποτέ από τα χέρια του. Πρώτο του αίτημα, να βγει ζωντανά σε τηλεφωνική σύνδεση με τηλεοπτικό κανάλι, επιλέγοντας να μιλήσει αποκλειστικά με νεαρό και όχι και τόσο πεπειραμένο δημοσιογράφο.
Εμπνευσμένη από τη διαβόητη (και… εκρηκτική) υπόθεση του Ελληνορουμάνου δραπέτη Σορίν Ματέι, που το βράδυ της Τετάρτης 23 Σεπτεμβρίου του 1998 εισέβαλε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας και κράτησε όμηρους τέσσερις ενοίκους του με την απειλή χειροβομβίδας, η «Τελευταία Κλήση» επιχειρεί ένα τολμηρό άνοιγμα προς το σινεμά είδους για τον ελληνικό κινηματογράφο, φέρνοντας στον νου το παλιό καλό παρελθόν του φιλμικού crime περιβάλλοντος όπως μας το δίδαξε ο Νίκος Φώσκολος της Finos Film (το αναφέρω ως κομπλιμέντο). Αν και το σενάριο δεν κατορθώνει να ολοκληρώσει την αφήγηση του «παραμυθιού» βίας και εγκλήματος που στήνει, ο Σερίφ Φράνσις στο ντεμπούτο του στη μυθοπλασία (μετά από πολυετή καριέρα στον χώρο των music videos και της διαφήμισης) δείχνει ικανός να συντονίσει και το καταστασιακό και το ερμηνευτικό μέρος του project.
Ένας άνδρας με μια χειροβομβίδα που μπορεί να ανατινάξει τα πάντα από λεπτό σε λεπτό, ένας αστυνομικός ντετέκτιβ σε μαραθώνιο με τον χρόνο για να βρει συμβιβαστική λύση και να μην υπάρξουν ανθρώπινα θύματα, «τρικλοποδιές» ύποπτες στο παρασκήνιο της όλης επιχείρησης από τις Αρχές που μαρτυρούν απόπειρα sabotage κι ένα τηλεοπτικό κανάλι σε βρασμό ζωντανής σύνδεσης μ’ έναν σχεδόν άβγαλτο δημοσιογράφο ο οποίος καλείται να παίξει τον ρόλο του διαπραγματευτή.
Τοποθετημένη μέσα σ’ ένα πλαίσιο χρόνου σφιχτοδεμένο (αυτό από μόνο του αποτελεί επιτυχία για το φιλμ), η «Τελευταία Κλήση» χτίζει λεπτομέρειες μυστήριων «υποπλοκών» που περιστρέφονται γύρω από τον κεντρικό ήρωα, με τον ντετέκτιβ του Δημήτρη Λάλου να τις ξεψαχνίζει ώστε να βγει μια άκρη στο φινάλε, όμως, το σενάριο (εντελώς fictional σε αυτό το τμήμα της ταινίας) δεν οδηγεί σε κάποιο συμπέρασμα, στερώντας από το έργο (και τον θεατή) κάποιες σημαντικές απαντήσεις (όσο φανταστικές κι αν ήταν αυτές) που θα το απογείωναν σαν κινηματογραφική εμπειρία.
Το αποτελεσματικό casting του Μάκη Γαζή και το πέραν του ικανοποιητικού (στο σύνολό του) επίπεδο των ερμηνειών (με μία καίρια διαφωνία μου ως προς τη «χαλαρότητα» της απόδοσης του ρόλου της Μαρίας Ναυπλιώτου, η οποία σήκωνε μια πιο bitchy στάση σε δυναμισμό) προσθέτουν θετικά points στην ταινία, που κλείνει κάπως απότομα και «μοιρολατρικά» για το πως λειτουργεί η Ασφάλεια στη χώρα μας. Εκτός από τις απαντήσεις (που απουσιάζουν, ειδικά μετά από το καταπληκτικό twist στο parking), το έργο άντεχε ακόμη περισσότερο κυνισμό και κάποιες πολιτικές νύξεις, επίσης απούσες (για λόγους ευθιξίας ως προς την αληθινή ιστορία;). Για πρώτη σκηνοθετική απόπειρα του Φράνσις στο σινεμά, όμως, η «Τελευταία Κλήση» περνά τη βάση και στέκει πολύ καλύτερα από παρελθούσες απόπειρες στο αστυνομικό θρίλερ (όπως το κινηματογραφικό «Έτερος Εγώ» του 2017). Είναι ένα mainstream σινεμά που επικροτώ, πρέπει να υπάρχει και το κοινό οφείλει να το (υπο)στηρίξει, μπας και προχωρήσει κάποτε αυτή η ντόπια ρημαδοπαραγωγή ταινιών και δούμε στη μεγάλη οθόνη κάτι διαφορετικό από… δευτεροκλασάτες κωμωδίες και (φευ!) ιστορικές φτωχάντζες βιογραφιών περιόδου.
