FreeCinema

Follow us

Ο ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΜΑΞΟΥΕΛ ΣΙΜ (2015)

(LA VIE TRES PRIVEE DE MONSIEUR SIM)

  • ΕΙΔΟΣ: Δραματική Κομεντί
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μισέλ Λεκλέρ
  • ΚΑΣΤ: Ζαν-Πιερ Μπακρί, Ιζαμπέλ Ζελινά, Καρόλ Φρανκ, Κριστιάν Μπουγιέτ, Βενσάν Λακόστ, Φελίξ Μοατί, Βαλέρια Γκολίνο, Ματιέ Αμαλρίκ, Βιμάλα Πονς
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 102'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ROSEBUD.21

Απολυμένος, διαζευχθείς και χωρίς πραγματικό κονέ με τη μικρή κόρη του, ο Μαξουέλ Σιμ («όπως η κάρτα!») μπαινοβγαίνει εύχαρα και πληκτικά αβρόχοις ποσί στις ζωές των άλλων. Η πρόσληψη και αποστολή του ως εποχούμενου αυτοβιντεογραφούμενου πλασιέ οικολογικής οδοντόβουρτσας στην Κυανή Ακτή τον επαναδραστηριοποιεί, ώσπου το ξεστράτισμα σε θηλυκά – σταθμούς της προσωπικής διαδρομής του τον πετάει έξω. Ένα εξομολογητικό γραπτό τού πατέρα του και οι περιπέτειες ενός άλλου χαμένου (πώς) θα τον βάλουν επιτέλους στον σωστό δρόμο;

«Τι Ωραίο Πλιάτσικο»; Ben… pas vraiment. Η περιέργεια όσων από τους αναγνώστες του αναρωτιούνταν πώς θα ήταν ένα έργο του Τζόναθαν Κόου στο πανί με καλλιτεχνικές αξιώσεις (το «Five Seconds to Spare» του 2000 είναι απλώς απαράδεκτο) ικανοποιείται. Όχι απόλυτα και οι ίδιοι, εικάζουμε: η γαλλική μετάφραση ενός από τα πιο πρόσφατα (και όχι καλύτερα) μυθιστορήματά του έχει τις στιγμές της αλλά υπολείπεται, τόσο στην εφάμιλλη απόδοση του τρόπου και του σύμπαντος του συγγραφέα, έστω σ’ ένα αποκλίνον κινηματογραφικό ανάλογο, όσο (κι αυτό αφορά τους μη literati) και per se, ως road χρονικό της ετεροχρονισμένης συνειδητοποίησης και νοηματοδότησης ενός εξωστρεφώς καταθλιπτικού loser (και ταυτόχρονα άμαθου στο πραγματικό μοιράζεσθαι) της ζωής, στα πρόθυρα της τρίτης ηλικίας.

Αυτό είναι καταρχήν το δίκοπο μαχαίρι της ταινίας, καθώς καλούμαστε να πιστέψουμε ότι ο 65χρονος Μπακρί, ένας ηθοποιός που προβάλλει την εξυπνάδα και τη φαλάκρα του σε κάθε του ρόλο, είναι ένας με savoir vivre (not, που λέει ο λόγος) παρλαπίπας ανουσιοτήτων σε… θανάσιμο βαθμό (το γκαγκ – πρόλογος, που προϊδεάζει για τη χωρίς γαλλικά ισοδύναμα απώλεια του φλεγματικά ιδιαίτερου χιούμορ τού Κόου). Κι ένας χωρισμένος που παρακολουθεί ζηλιάρικα την πρώην που τον άφησε, τσατάροντας μαζί της με γυναικείο ψευδώνυμο (το πρώτο απ’ τα αυξανόμενα τετριμμένα σχόλια στην τεχνολογικά προηγμένη μοναξιά τού σήμερα, κεντρική προβληματική τού πεζού που εδώ σχηματοποιείται). Κι ένας πατέρας που «το χάνει» για να βρει σημεία επαφής με το 12χρονο βλαστάρι του (στο επεισόδιο που η ταινία έχει… μεγαλώσει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο συγκριτικά με την πηγή). Και πλατωνικό απωθημένο της αδελφής τού παιδικού του κολλητού (την οποία στο παρόν υποδύεται η ανεδαφικά πολύ νεαρότερη απ’ τον Μπακρί και πολύ hot Βαλέρια Γκολίνο).

Το ιστόρημα με κλου τη vintage εφηβική φωτογραφία αυτών των δύο γειτονόπουλων, την οποία θα βρει μπροστά του ο ήρωάς μας, είναι το πιο δραματουργικά κι αφηγηματικά ενδιαφέρον, ακολουθούμενο πρώτα από το – άμεσα συναρτημένο με αυτό – απομνημονευματικό fleur du mal των νιάτων τού πατέρα του, και μετά απ’ το τρίτο ένθετο, της οδύσσειας του εξαφανισμένου στα 60’s Άγγλου θαλασσοπόρου Κρόουχερστ (μέσα απ’ το ημερολόγιό του και πλάνα αρχείου τού BBC), το πελάγωμα σ’ έναν ωκεανό ψεμάτων τού οποίου καθίσταται, εκ του παραλλήλου και παραβολικά, πρώτα ο καθρέφτης τού εκτραπέντος απ’ τις ντιρεκτίβες των νέων εργοδοτών του Σιμ και μετά ο εξάντας του προς την αυτογνωσία.

Το ότι οι τρεις αυτές παρελθοντικές μυθοπλασίες γίνονται και η δική μας πυξίδα, πιο φερέγγυα απ’ ό,τι οι γεωγραφικοί ή ανθρώπινοι σταθμοί και περισπασμοί στο επικεντρικό ταξίδι τού Σιμ, ασφαλώς κορνάρει για την αδυναμία των Λεκλέρ και Κασμπί (η συνσεναριογράφος και σύντροφός του). Αφενός να κρατήσουν το όχημα της υπόθεσης στη λωρίδα που πρέπει: ψυχολογική σπουδή spleen; σάτιρα των εργασιακών ηθών; οικογενειακό δραμαμυστήριο; δραμεντί περιπλάνησης, με παρακάμψεις ρομάντζου; Αφετέρου να πιάσουν κάποιο πρωτότυπο (η εντεταλμένη εταιρικά αυτοκαταγραφή της περιοδείας τού πωλητή με μια GoPro) ή γνωστό (η θηλυκή φωνή του GPS του υβριδικού Peugeot του, η πιο πιστή σύντροφος και συνομιλήτρια του Σιμ) αξιοθέατο.

Όχι ότι η μουσική τού Ντελέρμ δεν συνοδεύει ταιριαστά ανά ημιτόνια ή δεν αξίζει να… πάρεις τον Βικτόρ Μπελμοντό (ναι, ο βενιαμίν του Ζαν-Πολ) σε ντεμπούτο και τον συγγραφέα σε εμφάνιση – έκπληξη ως κομπάρσο. Εκτός ευφυών διαλόγων (ο auteur του «Πες Μου το Όνομά Σου» είναι ο διασκευαστής, στο κάτω-κάτω), το STOP σε χαριτωμένες εμπνεύσεις και κοφτερά πορτρεταρίσματα γίνεται αυτόματα, από το διαγνωστικό τής μελαγχολίας του λεγάμενου σκετς της απάθειάς του στο μπλουμ ενός παιδιού μέχρι την κόντρα ντετέκτιβ ηχολήπτρια ανακοινώσεων πτήσεων (ο αδελφός τής οποίας θα πρωτοβάλει τον Σιμ στο τριπάκι τού Brit Μινχάουζεν των υδάτων και κρατιέται ως αμπάριζα στην πλοκή). Άσε ότι η «Πιο Παράξενο κι από Παράξενο» ρεζέρβα – gimmick του αυθεντικού λογοτεχνικού τέλους έχει… αλλά, ας μην το χαλάσουμε στους κοου-ικούς.

Το φιλμ, όμως (όπως και το πεζό, μα λόγω συντομεύσεων στον λόγο ακόμη πιο απότομα), βάζει καταστροφικά στην μπαγκαζιέρα ως αντιμίασμα το «σκάσιμο» του νταλκά του papa στον γιο του, σε μια τυφλή στροφή στον ακομπλεξάριστο… προσανατολισμό του αναγεννημένου άρρενος στην Ιταλία, που εκθέτει ακόμη πιο ανεπανόρθωτα απ’ τη διανομή τού Μπακρί τις γυναικοδουλειές που είχαν επί μιάμιση ώρα μπει στο ρεζερβουάρ ως καύσιμο. Oui, άνδρας δε γεννιέσαι, γίνεσαι. Αλλά όχι απ’ το «Ελεύθερος Ωραρίου» του Καντέ να κόβεις το τιμόνι για «Το Μυστικό που Έμεινε Κρυμμένο». Ca marche pas si vite, ρε μπάρμπα…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Η δεύτερη (κι αισθητά κατώτερη από το «Γλυκιά Απόδραση» – ο Ηλίας Φραγκούλης διαφώνησε) κατεξοχήν ανδρική προτομή εκ Γαλλίας για φέτος, ίσως μιλήσει στους monsieurs (κυρίως άνω των -ήντα), που όμως θα κλωτσήσουν άσχημα με τη γυριστή τού φινάλε. Οι madames τους συνοδεύουν στο θερινό, όπου η ταινία ψιλοεγκλιματίζεται, αλλά must λογίζεται μόνο για το ντόπιο fan club του Κόου (υπαρκτό) και του Μπακρί (ανύπαρκτο). Οι αποστρεφόμενοι τα σαμπανιζέ ρομάντζα εδώ θα βρουν κάτι πιο γλυκόπικρα υπαρξιακό, αλλά με τα κουσούρια του. Trop γεροντίστικο για τους κάτω των 18.


MORE REVIEWS

ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ

Παραμονή Χριστουγέννων, έπαυλη ζάμπλουτης κληρονόμου με «φορτωμένο» θησαυροφυλάκιο δέχεται οργανωμένη επίθεση συμμορίας διαρρηκτών που εξολοθρεύει το προσωπικό ασφαλείας (και όχι μόνο) και απειλεί ν’ αρχίσει να σκοτώνει τα μέλη της οικογένειας αν δεν καταφέρει να φύγει με το παραδάκι. Και κάπου εκεί εμφανίζεται ο Άι Βασίλης. Ο πραγματικός Άι Βασίλης!

Η ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ

Μεσαίωνα στη Σουηδία, κοπέλα αγνή πέφτει θύμα κακοποίησης από κακούς αδελφούς βοσκούς. Οι φονιάδες στους γονείς της τα λιλιά της ανεπίγνωστα θα πάνε να πουλήσουν, φιλοξενία και τροφή αφού ζητήσουν. Από τα χέρια του πατέρα θα βρουν την εκδίκηση ή θα προλάβουν να ξεγλιστρήσουν; Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και, παραδόξως, η... πηγή έμπνευσης για το «Last House on the Left» (1972) του Γουές Κρέιβεν!

R.M.N.

Ρουμάνος εμιγκρές στη Γερμανία, υπό τον φόβο μπλεξίματος με τον Νόμο, επιστρέφει άρον-άρον πίσω στην πατρίδα, ξαναβρίσκοντας πατέρα, γιο, σύζυγο κι ερωμένη. Η πρόσληψη αλλοδαπών εργατών από το τοπικό αρτοποιείο κάνει την ατμόσφαιρα στο χωριό του να μυρίζει μπαρούτι.

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΙΑΒΟΛΟΙ

Η Ζοάν ζει αρκετά συνηθισμένα με την κόρη της Βικί και το σύζυγό της Τζίμι σε μια μικρή κοινότητα των Γαλλικών Άλπεων, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που ο ερχομός της αδελφής εκείνου ανατρέψει τις εύθραυστες οικογενειακές ισορροπίες.

ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΑΠΟ ΠΟΤΕ

Η Ελέν πάσχει από σπάνια ανίατη ασθένεια, αλλά δεν θέλει να την λυπούνται. Ταξιδεύει σε κουκίδα του χάρτη της Νορβηγίας, προκειμένου να ζήσει έστω για λίγο ελεύθερη. Ή μήπως για να πεθάνει μόνη;