ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (2025)
(LA VENUE DE L’AVENIR)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σεντρίκ Κλαπίς
- ΚΑΣΤ: Σουζάν Λαντόν, Αμπράμ Βαπλέρ, Βενσάν Μακέν, Ζουλιά Πιατόν, Ζινεντίν Σουαλέμ, Πολ Κιρσέρ, Σαρά Ζιροντό, Βασιλί Σναϊντέρ, Σεσίλ ντε Φρανς, Ολιβιέ Γκουρμέ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 124'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ
Έχοντας κληρονομήσει εγκαταλελειμμένο σπίτι στην εξοχή της Νορμανδίας, καρέ μακρινών συγγενών αρχίζει να ψαχουλεύει το άγνωστο οικογενειακό παρελθόν, το οποίο (κατά τα φαινόμενα) συνδέεται άμεσα με την έκρηξη των Τεχνών στο Παρίσι των τελών του 19ου αιώνα.
Από την εποχή του «L’Auberge Espagnole» (2002), ελάχιστα έχει διαφοροποιηθεί η θεματολογία των ταινιών του Σεντρίκ Κλαπίς. Οι εμμονές του Γάλλου auteur παραμένουν σταθερά η νεότητα και η οικογένεια, καθώς και οι τρόποι που οι δύο έννοιες επηρεάζονται μεταξύ τους. Αν δύο δεκαετίες πριν οι ταινίες του έμοιαζαν ν’ απευθύνονται σ’ ένα νεανικό κοινό που ήθελε να μεγαλώσει, τούτα «Τα Χρώματα του Χρόνου» στρέφουν το βλέμμα στους μεγαλωμένους εκείνους θεατές, οι οποίοι είτε αναπολούν είτε θέλουν να μείνουν για πάντα νέοι, αδυνατώντας σε αμφότερες των περιπτώσεων ν’ αντιληφθούν τον «Ερχομό του Μέλλοντος» (όπως λέει και ο αυθεντικός γαλλικός τίτλος).
Η συνθήκη αυτή εκφράζεται σε δύο (τουλάχιστον) περιπτώσεις από ισάριθμους χαρακτήρες του φιλμ. Στη σύγχρονη εποχή, η μη κατανόηση της εξέλιξης εκφράζεται από τον Γκι, τον έναν εκ των τεσσάρων μακρινών εξαδέλφων που έχουν οριστεί από τους πολυπληθείς συγγενείς κληρονόμους να βρουν… τι ακριβώς έχουν κληρονομήσει, ο οποίος δεν έχει ιδέα από μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή smartphones, μένοντας προσηλωμένος σ’ έναν ουτοπικό, «démodé» τρόπο ζωής. Στην παλαιότερη εποχή, η απόρριψη του μέλλοντος έρχεται από έναν δευτερεύοντα χαρακτήρα του έργου, τον οδηγό του κάρου που πηγαίνει τη νεαρή Αντέλ από τη Νορμανδία στο Παρίσι (καθώς εκείνη φεύγει προς αναζήτηση της μητέρας της), ο οποίος παραπονιέται πως ο κόσμος κινείται πια τόσο γρήγορα που γι’ ανθρώπους σαν κι αυτόν έχει γίνει δυσνόητος. Υπάρχει μια σαφής ειρωνεία στις δύο πανομοιότυπες απόψεις (τις οποίες χωρίζει παραπάνω από ένας αιώνας!), όπου το «άγνωστο» μέλλον γίνεται αντιληπτό ως χάος, μαζί και η υπενθύμιση πως για ορθότερη κατανόηση αυτών που έρχονται η λύση είναι μία: πίσω ολοταχώς!
Ακολουθώντας τη λογική αυτή, ο Κλαπίς ξεδιπλώνει μια παιχνιδιάρικη ιστορία με συνεχή μπρος πίσω στον χρόνο, μπλέκοντας μυθοπλασία με πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα που σημάδεψαν το γύρισμα του προπερασμένου αιώνα. Με εναλλάξ φόντο την γοητευτική Belle Époque και την άχαρη σημερινή πραγματικότητα, αφηγείται μια (διπλή) περίπτωση αναζήτησης οικογενειακής ρίζας, προσβλέποντας μέσω αυτής τη συμφιλίωση με το παρελθόν παρά την προσδοκία του καλύτερου μέλλοντος. Η άβγαλτη Αντέλ εγκαταλείπει τη Νορμανδία για να βρει τη μάνα της στο Παρίσι (την οποία ουσιαστικά δεν έχει δει ποτέ στη ζωή της), συναναστρεφόμενη σταδιακά ζωγράφους όπως ο Κλοντ Μονέ και πρωτοπόρους της εξέλιξης όπως ο Φελίξ Ναντάρ. Το καρέ των εξαδέλφων, με αφορμή την εκτίμηση της αξίας ενός σπιτιού την ύπαρξη του οποίου μέχρι πρότινος αγνοούσαν, αναζητά τη χαμένη συντροφικότητα βουτώντας σε σκονισμένα γράμματα και αμφιβόλου αξίας πίνακες. Σε αμφότερες τις εποχές υπάρχει στον αέρα μια περιρρέουσα αθωότητα, ίσως γιατί ουδείς εκ των ηρώων της έχει κάτι να περιμένει από το μέλλον, επιθυμώντας πρωτίστως να βάλει σε μια τάξη το παρελθόν.
Ως εκ τούτου, η οικογένεια παρουσιάζεται σαν ένα «χωνευτήρι» όλων των πληγών, προτάσσοντας ενίοτε μια υπερβολικά ευτυχή εκδοχή των σχέσεων που αναπτύσσονται ανάμεσα στα μέλη της, δίνοντας μια σχεδόν παραμυθένια διάσταση στα όσα συμβαίνουν (και κινείται ασορτί με την εσκεμμένη παραποίηση της ιστορικής πραγματικότητας). Καθώς, όμως, τα ίχνη των ιμπρεσιονιστών μπλέκουν με την ψηφιακή τεχνολογία του φωτογράφου Σεμπ και ο ανομολόγητος έρωτας μιας σύγχρονης εκτιμήτριας έργων Τέχνης με… τον Βίκτωρ Ουγκό (σε μια σεκάνς παραισθήσεων αλά «Μεσάνυχτα στο Παρίσι», που καλό θα ήταν να είχε κοπεί στο μοντάζ), η επιμονή στο παρελθόν αφήνει κάπου μετέωρο το… παρόν. Παρά τις δύο γεμάτες ώρες διάρκειας, ο Κλαπίς ξεχνά την αιτία που στάθηκε ως αφορμή για όλο αυτό το ταξίδι, ρίχνοντας τίτλους τέλους δίχως να έχει δώσει απάντηση στο κληρονομικό θέμα που έθεσε εξαρχής το σενάριό του. Το μέλλον δεν αφορά «Τα Χρώματα του Χρόνου», αλλά από τη στιγμή που γίνεται ολόκληρος λόγος για την τύχη του σπιτιού και τις «αναπτυξιακές» βλέψεις του Δήμου, ένα φινάλε που θα ένωνε το παρελθόν… με το παρόν έπρεπε να υπάρχει.
