ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ (2025)
(LA GRAZIA)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Πάολο Σορεντίνο
- ΚΑΣΤ: Τόνι Σερβίλο, Άννα Φερτζέτι, Ορλάντο Τσίνκουε, Μάσιμο Βεντουριέλο, Μίλβια Μαριλιάνο, Τζουζέπε Γκαιάνι, Τζοβάνα Γκουίντα
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 133'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ROSEBUD.21
Λίγους μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του, ο Πρόεδρος της Ιταλίας, με τη φήμη του ηθικά ακέραιου πρώην ανώτατου δικαστή, καλείται να πάρει τρεις σημαντικές αποφάσεις: την υπογραφή (ή μη) ενός νομοσχεδίου για τη νομιμοποίηση της ευθανασίας και την αποδοχή (ή μη) δύο αιτημάτων προεδρικής χάρης προς ισοβίτες που εγκλημάτησαν για εντελώς διαφορετικούς (και προσωπικούς) λόγους.
Με έλουσε κρύος ιδρώτας με την εισαγωγή του techno beat, ενώ πολεμικά αεροσκάφη έσκιζαν τους αιθέρες αφήνοντας πίσω τους χρωματιστούς καπνούς που σχημάτιζαν την ιταλική σημαία. Κλασική, τυπική, φαφλατάδικη εικονοποιία Πάολο Σορεντίνο. Μαζί με την (σαν σε pause) παγωμένη έκφραση του Τόνι Σερβίλο, που έχει μετατραπεί σε… Βαγγέλης Μουρίκης της γείτονος. «Το Μεγαλείο», λέει. Θεέ μου, ήταν τόσο νωρίς για να κοιτάξω την ώρα στο ρολόι μου…
Περιέργως, η συνέχεια ήταν πιο… Hipnosedon από αυτό που θα περίμενε κανείς από τον διάσημο φεστιβαλικό «auteur», ο οποίος εδώ ακολουθεί μια πιο σοβαροφανή (και αργόσυρτη…) γραμμή αφήγησης, όπου οι παύσεις υποτίθεται πως λένε περισσότερα από τον διάλογο, μα καταλήγουν να μην λένε απολύτως τίποτα. Όσο για τις στιγμές όπου οι ηθοποιοί μιλάνε, εύχεσαι να συνέβαινε το αντίστροφο! Διότι το έργο δεν διαθέτει λόγο. Μονάχα φλυαρία, αραδιασμένη σε φωτογενή κάδρα αυτοθαυμασμού, με φιγούρες που αλλάζουν χώρους και τοπία λες και είναι μοντέλα που περιμένουν οδηγίες από έναν φωτογράφο περιοδικού μόδας.
Παρά την πληθώρα των θεματικών που απλώνει στο σενάριό του ο Σορεντίνο, έχοντας για βασική πηγή έμπνευσης ένα «potpourri» από υπαρκτούς πρώην Ιταλούς Προέδρους, τίποτα δεν αποκτά σημαίνουσα βαρύτητα ή συναισθηματικό αντίκρισμα, με τον κεντρικό ήρωα του φιλμ να αναζητά λύσεις για πολιτικά, ανθρωπιστικά και προσωπικά διλλήματα με τον πλέον ηθικό τρόπο, τονίζοντας (στην τελική) κυρίως την πληγωμένη αυταρέσκειά του εξαιτίας των υποψιών πως η προσφάτως εκλιπούσα σύζυγός του τον απατούσε επί σειρά δεκαετιών. Μοιραία, η ελαφρότητα αυτής της «υποπλοκής» καταργεί το υπόλοιπο της ψευτο-φιλοσοφικής επίδειξης στυλ η οποία προσπαθεί να σε πείσει πως η ασημαντότητα του «Μεγαλείου» έχει βάθος.
Μεταπηδώντας από το ένα «μέτωπο» στο άλλο, με «όχημα» την υποκριτική αδράνεια του Σερβίλο και με συστάδες λέξεων που προσπαθούν να φανούν βαθυστόχαστες, ο Σορεντίνο καταργεί σταδιακά το ενδιαφέρον του θεατή που (θα) προσπαθεί να συνδεθεί με την ταινία και τα «κρίσιμα» ζητήματα τα οποία διαπραγματεύεται, ελπίζοντας να λήξει η θητεία του Προέδρου μια ώρα αρχύτερα ή… ακόμη και να πεθάνει για να λυτρώσει την εμφάνιση των τίτλων τέλους!
Πολιτικό σχόλιο δεν υφίσταται, η σύνδεση με τη ζωή μιας τέτοιας προσωπικότητας (και τίτλου) αφορά σχεδόν αποκλειστικά τους Ιταλούς πολίτες και κάπου κοντά στο τελευταίο ημίωρο ο Σορεντίνο παθαίνει το γνωστό… «θέλω τρέλα» εμβόλιμων πλάνων (όπως το ρομποτικό σκυλί – φύλακας που περιπολεί την άδεια πόλη τη νύχτα!) που σε κάνουν να αισθάνεσαι άβολα με το ανούσιο του πράγματος. Αν δεν σε έχει πάρει ο ύπνος, βέβαια…
Στο τέλος, η «La Grazia» σε αφήνει με μία μόνο αίσθηση: ότι δύο ώρες της ζωής σου έχουν εξατμιστεί χωρίς να δώσουν τίποτα πίσω. Είναι ταινία-ψευδαίσθηση, καμουφλαρισμένη ως «βαθύ έργο», αλλά στην ουσία ένα ανούσιο, αυτοϊκανοποιητικό άδειασμα χρόνου. Αν το σινεμά είναι εμπειρία, αυτή η ταινία είναι η απόλυτη απόδειξη πως κάποιος μπορεί να κάνει ταινία χωρίς να ξέρει τι σημαίνει να γυρίσει ταινία.
