FreeCinema

Follow us

ΟΡΟΣΕΙΡΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ (2019)

(LA CORDILLERA DE LOS SUEÑOS)

  • ΕΙΔΟΣ: Ντοκιμαντέρ
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Πατρίσιο Γκουσμάν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 84'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: AMA FILMS

Η τριλογία του Πατρίσιο Γκουσμάν για την ταραχώδη ιστορία της Χιλής ολοκληρώνεται εδώ, αυτή τη φορά με επίκεντρο την ανδική οροσειρά της Κορδιλιέρας που παρατηρεί, προστατεύει αλλά και απομονώνει τη χώρα από τον υπόλοιπο κόσμο.

Στο «Νοσταλγώντας το Φως» (2010), το θεμελιώδες στοιχείο ήταν η άμμος της ερήμου Ατακάμα. Στο «Μαργαριταρένιο Κουμπί» (2015) ήταν το νερό του αρχιπελάγους που, όπως και οι Άνδεις σε αυτό το τελευταίο κομμάτι του καλλιτεχνικού τριπτύχου, προστατεύει και αποξενώνει μια χώρα κι έναν λαό, ιθαγενή και αποικιοκρατικής καταγωγής, που έχει βιώσει την άμεση επίδραση της Μητέρας Φύσης και τη βίαιη πλευρά της ανθρώπινης στο έπακρο. Για άλλη μία (και ίσως τελευταία) φορά, ο βετεράνος δημιουργός αντιδιαστέλλει αλλά και συνταιριάζει τα δύο στοιχεία, ολοκληρώνοντας ουσιαστικά ένα έργο ζωής που αποτελεί ταυτόχρονα μία λυρική επιστολή αγάπης και νοσταλγίας, αλλά συνάμα και μια καταδίκη για τα πολιτικο-ιστορικά γεγονότα τα οποία αλλοίωσαν ανεπανόρθωτα την ψυχή της χώρας του.

Η «Οροσειρά των Ονείρων» ξεκινά με πλάνα της πανέμορφης άγριας φύσης που περικυκλώνει τη Χιλή. Αυτή τη φορά είναι η αχανής και αφιλόξενη οροσειρά που καλύπτει συνολικά περίπου το 80% της χώρας και που υψώνεται επιβλητικά εκεί που αναπόφευκτα τελειώνει η σημερινή πολύβουη και πυκνοκατοικημένη μεγαλούπολη του Σαντιάγκο. Με τον Γκουσμάν ως αφηγητή και μια σειρά από συνεντεύξεις με άτομα του γηγενούς καλλιτεχνικού χώρου, ο δίσημος συμβολισμός της Κορδιλιέρας γίνεται σύντομα ξεκάθαρος: ο αέναος «φύλακας άγγελος» αλλά και ο «φρουρός» της χώρας – η προσωποποίηση της φυσικής της δύναμης αλλά και το φυσικό εδαφικό σύνορο με τον έξω κόσμο. Τα υψηλής αισθητικής πλάνα του Σαμιουέλ Λαΰ, καθώς περιπλανώνται επάνω και μέσα στον λαβύρινθο των ατέλειωτων βουνών, συχνά κόβουν την ανάσα με την ομορφιά και το δέος που προκαλεί το αντικείμενό τους. Ωστόσο, η αφήγηση του Γκουσμάν σύντομα προσγειώνεται στο αναμενόμενα πιο «άσχημο» και θυμωμένο δεύτερο μέρος και επανέρχεται (όπως και στις άλλες δύο ταινίες) στο ιστορικό γεγονός που σημάδεψε την ιστορία της σύγχρονης Χιλής (και τον ίδιο προσωπικά): τη μακροχρόνια δικτατορία του Πινοτσέ, που ξεκίνησε το 1973 και – στις σχεδόν δύο δεκαετίες ύπαρξής της – «εξαφάνισε» αρκετούς από τους πολίτες της και αλλοίωσε τον τρόπο ζωής και το status quo της πολύπαθης χώρας. Ο ίδιος, εξόριστος από τις πρώτες κιόλας στιγμές της γένεσης της δικτατορίας, ακολουθεί το… ίδιο ακριβώς μοτίβο σχάσης της αφήγησής του (όπως και στα άλλα δύο ντοκιμαντέρ): ομορφιάς – λυρισμού / ασχήμιας – ωμού ρεαλισμού, μια σοκαριστική αλλαγή ύφους και συναισθημάτων που υποδηλώνει την «προδοσία» της ανθρώπινης φύσης απέναντι σε ορόσημα και ζωοδότες της αλλά και τη ματαιότητα της τόσης βίας, του πόνου, των πληγών και των αναμνήσεων μπροστά στην αιωνιότητα αυτών των φυσικών σταθερών.

Με άσβεστη οργή αλλά και μελαγχολική νοσταλγία, ο Γκουσμάν ταξιδεύει νοητικά και κυριολεκτικά (με τη χρήση drones) επάνω από τα σπίτια όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, στα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα και τον ξαφνικό τους τερματισμό στη Χιλή, όταν ξεσπά η λαίλαπα της δικτατορίας το ‘73. Με προσωπικές συζητήσεις και συνεντεύξεις με φίλους, παλιούς συνεργάτες και συναδέλφους που παρέμειναν στη χώρα όταν εκείνος εξορίστηκε, καθώς και πολύτιμο αρχειακό υλικό από τον ακτιβιστή κινηματογραφιστή Πάμπλο Σάλας, ο Γκουσμάν παρουσιάζει ανένδοτα τη βία, τη μισαλλοδοξία και τον διχασμό των πολιτών της χώρας του στα ταραγμένα κι αιματοβαμμένα χρόνια του Πινοτσέ, προσπαθώντας να παραδώσει ταυτόχρονα και μια πειστική ανάλυση των αιτιών, της διαπλοκής και των πολιτικών κινήσεων του καθεστώτος που άλλαξε μακροπρόθεσμα το οικονομικο-κοινωνικό σύστημα (το οποίο παραμένει το ίδιο, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας!). Ο καπιταλισμός κυριαρχεί πλέον και σε αυτή τη φαινομενικά «αποξενωμένη» χώρα, με το πολιτικό παρελθόν να στοιχειώνει αλλά και να διχάζει ακόμα τις παλαιότερες γενιές και να αντηχεί ως τραυματικός απόηχος στα αυτιά των νεότερων, που έχουν πια άλλα θέματα και ιδεολογίες για να βγουν στους δρόμους.

Σαφώς και το ύφος και οι απόψεις του ντοκιμαντέρ είναι «μονόπλευρες», κι αυτό είναι απολύτως κατανοητό, έστω και αν ο Γκουσμάν και οι συνεντευξιαζόμενοί του μιλούν ξεκάθαρα για έναν συνεχιζόμενο ιδεολογικό διχασμό, με ένα μεγάλο μέρος του λαού να επικροτεί την ιστορικο-κοινωνική ροή που πήρε η χώρα τους από τα χρόνια του Πινοτσέ και μετά, η οποία συνοδεύεται από την απαραίτητη τάση λήθης απέναντι στα εγκλήματα του καθεστώτος. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει το αίμα που χύθηκε, τις ως επί το πλείστον νεαρές παρουσίες που «εξαφανίστηκαν» χωρίς ίχνος, τα σοκαριστικά πλάνα του Σάλας με τις απρόκλητες στρατιωτικές επιθέσεις σε ειρηνικές διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες της τότε νεολαίας, μέρος της οποίας αντιμετωπιζόταν από το καθεστώς ως εχθρική, ακόμη και δαιμόνια. Αλλά πώς θα μπορούσε (και να ήθελε) ο δημιουργός τούτου του ντοκιμαντέρ να φανεί «ουδέτερος», όταν δεν έχει ξαναζήσει την πολυαγαπημένη του χώρα τα τελευταία 45 χρόνια; «Δεν (ξανα)έζησα ποτέ στη Χιλή, αλλά αφιέρωσα όλη μου την καριέρα στη χώρα μου», αφηγείται με εμφανή μελαγχολία. Ελπίζουμε, με το τέλος αυτής της δεκαετούς τριλογίας, να έχει βρει λίγη γαλήνη, και οι εικόνες της άμμου, του νερού και των βουνών της πατρίδας του να λειτουργούν ως προστάτες για τη διαφύλαξη της ιστορικής αλήθειας αλλά και της βαθιάς του αγάπης για τον τόπο που ποτέ δεν ξέχασε.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αν έχεις παρακολουθήσει τις έτερες δύο ταινίες, τότε το κινηματογραφικό εισιτήριο γι’ αυτήν είναι μονόδρομος, καθώς μάλιστα είναι μάλλον και η πιο σωστά ισορροπημένη από τις τρεις. Αν δεν είσαι του «φεστιβαλικού» ντοκιμαντέρ, κάνε υπομονή με το πρώτο, λυρικό του μέρος και θα αποζημιωθείς με ένα γερό ιστορικό «χαστούκι» στο δεύτερο, με μια σειρά από αμείλικτα σκληρές εικόνες και δύσκολες αφηγήσεις. Αν, πάλι, είσαι της ιδεολογίας τού «κι εμείς στη δικτατορία περνάγαμε καλύτερα», μάλλον θα σε δυσαρεστήσει…


MORE REVIEWS

Η ΦΩΛΙΑ

Υπερφιλόδοξος entrepreneur ζητά από την οικογένειά του να μετακομίσουν στην πατρίδα του, την Αγγλία, για να κυνηγήσει μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία. Στα ξαφνικά, θα βρεθούν να κατοικούν σε εξοχική έπαυλη και υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με την κρίση να τους πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΦΩΤΙΑ

Έχοντας εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του, ο Άμαντορ αιφνιδιάζει τους κατοίκους του χωριού του, βγαίνοντας από τη φυλακή πριν από την ώρα του. Επιστρέφοντας στο σπίτι της γηραιάς μητέρας του, θα αντιμετωπίσει μονάχα την ψυχρότητα αυτής της μικρής κοινωνίας που δεν θέλει να σχετίζεται με έναν εμπρηστή.

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

Χάνοντας τους γονείς της από επιδημία χολέρας, η δεκάχρονη Μέρι αφήνει την Ινδία της δεκαετίας του ’50, ώστε να ζήσει στην έπαυλη του θείου της, στο Γιόρκσαϊρ της Αγγλίας. Εκεί θ’ ανακαλύψει τα πολλά κρυμμένα μυστικά του σπιτιού και θα δώσει νέα πνοή στο «μαραμένο» περίγυρο της.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΑΣ

Δεκαπέντε χρόνια μετά τις σοβαρότατες απώλειες του Δευτέρου Παγκοσμίου, μια γυναίκα θα έρθει και πάλι αντιμέτωπη με το εφιαλτικό παρελθόν, όταν πιστέψει πως ο γείτονάς της είναι ο αξιωματικός των SS που την είχε κακοποιήσει βάναυσα λίγο πριν το τέλος του μεγάλου πολέμου.

ANTEBELLUM: Η ΕΚΛΕΚΤΗ

Οι ζωές μιας μαύρης σκλάβας σε βαμβακοφυτεία του Νότου στον 19ο αιώνα και μιας μαύρης κοινωνιολόγου και διακεκριμένης συγγραφέως στο παρόν πρόκειται να συναντηθούν με έναν (ελαφρώς) αναπάντεχο τρόπο.