ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΟΥ ΦΡΑΝΚΟ (2025)
(LA CENA)
- ΕΙΔΟΣ: Κωμωδία
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μανουέλ Γκόμεζ Περέιρα
- ΚΑΣΤ: Μάριο Κάσας, Αλμπέρτο Σαν Χουάν, Nόρα Χερνάντεζ, Ασιέρ Ετσεαντία, Ελβίρα Μίνγκεζ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 106'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: WEIRD WAVE
1939. Δύο εβδομάδες μετά το τέλος του Ισπανικού Εμφυλίου, ο Φράνκο διοργανώνει δείπνο στο εμβληματικό Hotel Palace της Μαδρίτης για να γιορτάσει τη νίκη. Ατυχώς, όμως, όλοι οι chef του ξενοδοχείου είναι… πολιτικοί κρατούμενοι, καταδικασμένοι σε θάνατο!
Η πολιτική σάτιρα συχνά ισορροπεί πάνω σ’ ένα λεπτό σχοινί. Από τη μία πλευρά το χιούμορ, από την άλλη η Ιστορία, με τον κίνδυνο η πρώτη ν’ αποδυναμώσει τη δεύτερη. Ο Μανουέλ Γκόμεζ Περέιρα κατορθώνει να κρατήσει αυτή την ισορροπία από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας του. Η εμβατηριακή μουσική των τίτλων αρχής μεταμορφώνεται σταδιακά, αφήνοντας τον στρατιωτικό της βηματισμό να διαλυθεί μέσα σε μια πιο λυρική ορχηστρική ανάπτυξη, προετοιμάζοντας τον θεατή για έναν κόσμο όπου το σοβαρό και το ειρωνικό συνυπάρχουν διαρκώς. Και μέσα σ’ αυτό το εύθραυστο κράμα, ο φασισμός αποκαλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο: την υποταγή στην εξουσία, την παντελή έλλειψη ηθικής και την απόλυτη περιφρόνηση προς τον άνθρωπο.
Από την πρώτη κιόλας σκηνή, τίθεται σε εφαρμογή η συνταγή της φαρσοκωμωδίας. Το χιούμορ λειτουργεί ως το κυρίαρχο εκφραστικό μέσο, χωρίς ποτέ να αποδυναμώνει τη σκληρότητα της ιστορικής πραγματικότητας. Αντίθετα, κάθε σατιρική αιχμή απογυμνώνει ακόμη περισσότερο τον ολοκληρωτισμό, επιβεβαιώνοντας ότι ο φασισμός παραμένει το ίδιο επικίνδυνος, είτε τον συναντά κανείς στην ωμή του μορφή είτε μέσα από τη σατιρική του αποδόμηση.
Η δράση του «Δείπνου του Φράνκο» εκτυλίσσεται σχεδόν αποκλειστικά σε εσωτερικούς χώρους, μέσα σ’ ένα πλούσιο και σχολαστικά οργανωμένο σκηνικό περιβάλλον. Το θεατρικό έργο του Χοσέ Λουίς Αλόνσο ντε Σάντος μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη διατηρώντας ακέραιη τη δύναμή του, καθώς οι χαρακτήρες συστεγάζονται, ενώ οι διάλογοί τους μετατρέπονται στην κινητήρια δύναμη της σύγκρουσης. Όταν, όμως, ο φακός εγκαταλείπει αυτό το περιβάλλον και βγαίνει στους δρόμους, η εικόνα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Τα πανό κατά του φασισμού, τα συσσίτια και η εξαθλίωση των απλών ανθρώπων υπενθυμίζουν ότι πίσω από τη φάρσα υπάρχει μια κοινωνία που παλεύει να επιβιώσει. Η αντίθεση ανάμεσα στην επίσημη τελετουργία και την καθημερινότητα των πολιτών ενισχύει διαρκώς την πολιτική διάσταση της ταινίας, μέσα από μια αλυσίδα ευρηματικών κωμικών καταστάσεων. Οι συνεχείς διαξιφισμοί ανάμεσα στους στρατιώτες του καθεστώτος του Φράνκο και στους «κόκκινους» αποτελούν μία από τις βασικές κινητήριες δυνάμεις της ταινίας. Η αναγκαστική συνύπαρξη δύο κόσμων που έχουν μάθει ν’ αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον ως εχθρό οδηγεί άλλοτε σε αδιέξοδο κι άλλοτε σε μικρές πράξεις αντίστασης, γεννώντας παράλληλα το μεγαλύτερο μέρος του χιούμορ. Έτσι, μέσα από αυτές τις συγκρούσεις αναδεικνύονται με ιδιαίτερη οξύτητα οι βαθιές ιδεολογικές και ανθρώπινες αντιθέσεις που εξακολουθούν να τους χωρίζουν.
Ο Περέιρα χρησιμοποιεί μια σύγχρονη κινηματογραφική γλώσσα σάτιρας, γεμάτη μικρές ειρωνικές εκρήξεις. Η χαρακτηριστική ατάκα για τα λουλούδια, όταν ένας στρατιώτης απαντά πως είναι αδύνατον να βρεθούν επειδή έχουν ανατιναχθεί όλοι οι αγροί, συνοψίζει με τον πιο εύστοχο τρόπο τον παραλογισμό ενός καθεστώτος που πρώτα καταστρέφει κι ύστερα απαιτεί την εικόνα της κανονικότητας. Ξεχωριστή θέση στη σατιρική γραφή της ταινίας κατέχουν και οι «Πέρλες του Παλλάς», η γυναικεία ορχήστρα του ξενοδοχείου, η οποία αντιμετωπίζεται ως ανεπιθύμητη αποκλειστικά εξαιτίας των γυναικών που την αποτελούν, μια επιλογή που καυτηριάζει την αντίληψη του φασισμού για τη θέση της γυναίκας μέσα στην κοινωνία. Ανάλογη λειτουργία έχει και η αναφορά στην ομοφυλοφιλία, υπενθυμίζοντας πως το 1939 κάθε μορφή διαφορετικότητας αντιμετωπιζόταν ως απειλή, μια νοοτροπία που (δυστυχώς) εξακολουθεί να επιβιώνει ακόμη και σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα μετά, σε αρκετές κοινωνίες, πόσω μάλλον απολυταρχικές. Μέσα από τις μικρές αυτές σατιρικές ψηφίδες, ο Περέιρα οικοδομεί μια πολιτική σάτιρα που κινείται διαρκώς στα λεπτά όρια του σουρεαλισμού, χωρίς να αποκόπτεται ποτέ από την ιστορική πραγματικότητα.
Η σφιχτή σκηνοθεσία, το αστραφτερό μοντάζ και η έξοχη μουσική (της Γαλλίδας Ανν-Σοφί Βεαρσναϊγέν, που ενώνει τις εικόνες), αποτελούν τους τρεις βασικούς άξονες πάνω στους οποίους στηρίζεται ο ιδιαίτερος ρυθμός του φιλμ. Κάθε σκηνή τροφοδοτεί την επόμενη, ενώ ο εναλλασσόμενος τόνος ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό διατηρεί αμείωτη την ένταση μέχρι το τέλος. Το σύνολο αυτών των επιλογών κορυφώνεται στη σκηνή του δείπνου, η οποία λειτουργεί ως το φυσικό σημείο συνάντησης όλων των αφηγηματικών και αισθητικών επιλογών του Περέιρα, ολοκληρώνοντας με συνέπεια τη δραματουργική πορεία της ταινίας.
