ΤΟ ΘΗΡΙΟ (2024)
(LA BÊTE)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα Φαντασίας
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μπερτράν Μπονελό
- ΚΑΣΤ: Λεά Σεντού, Τζορτζ ΜακΚέι, Ντάσα Νεκρασόβα, Γκουσλαγκί Μαλαντά, Μάρτιν Σκάλι, Ελίνα Λόουενσον
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 146'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: WEIRD WAVE
Η Γκαμπριέλ, με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης, επιθυμεί να διαγράψει το παρελθόν όλων των ζωών και όλων των εποχών κατά τις οποίες έχει ζήσει. Ο έρωτας, εν τούτοις, πολλές φορές δύσκολα διαγράφεται.
Υπάρχουν ταινίες αινιγματικές όπως το «Πέρυσι στο Μαριενμπάντ» (1961), έργα υποβλητικά κι αλλόκοτα όπως το «Mullholand Dr.» (2001), αλλά και πειραματικές, στιλιστικές παραξενιές όπως το «Κάτω από το Δέρμα» (2014), που δίχως να μπορείς να εξηγήσεις απόλυτα τους λόγους και τις αιτίες που… δεν σε συγκλόνισαν, σε παρασύρουν στο «μυστήριό» τους και (ως εκ τούτου) τις θυμάσαι για πάντα. Ύστερα, υπάρχουν και οι… άλλες, οι μεγαλεπήβολες ασάφειες που θα ήθελαν να είναι μυστηριώδεις, σκοτεινές και ρομαντικές, αλλά στο τέλος συνθλίβονται υπό το βάρος της ματαιοδοξίας τους. Τέτοια περίπτωση αποτελεί «Το Θηρίο» του Μπερτράν Μπονελό.
Διασκευάζοντας χαλαρά το σύντομο μυθιστόρημα «The Beast in the Jungle» του Χένρι Τζέιμς από τα 1903 και αλλάζοντας το φύλο του βασικού χαρακτήρα από ανδρικό σε γυναικείο, ο Μπονελό στήνει (αρχικά) ένα sci-fi καταστασιακό όπου στο εγγύς μέλλον του 2044 η τεχνητή νοημοσύνη θα έχει λύσει όλα τα προβλήματα της ανθρωπότητας, παίρνοντας στα χέρια της την απόλυτη εξουσία. Επιθυμώντας ν’ απαλλάξει τον άνθρωπο από το δυσκίνητο φορτίο των άχρηστων συναισθημάτων, προτείνει ως λύση τη διαγραφή (τον «εξαγνισμό») του DNA του καθενός, κάτι που (σταδιακά) θα μετατρέψει το σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης σ’ ένα κενό κουφάρι ερεθισμάτων, που ωσάν άψυχα drones θα περιφέρονται ανήμπορα να νιώσουν. Η Γκαμπριέλ μπαίνει σ’ αυτή τη διαδικασία (βασικά επιθυμώντας να βρει ένα κάποιο νόημα στην άχρωμη καθημερινότητά της), ερχόμενη «αντιμέτωπη» με τον εαυτό της στο Παρίσι του 1910, στο Λος Άντζελες του 2014 και στο «παρόν» του 2044. Κοινή συνισταμένη και των τριών ζωών της, η συναισθηματική έλξη που νιώθει για τον ίδιο νεαρό άνδρα, τον Λιούις, ο οποίος κατά κάποιο τρόπο έχει «στοιχειώσει» την ύπαρξή της.
Ο Μπονελό επιθυμεί να μπερδέψει τον θεατή, τολμώντας κάτι το πολυσύνθετα μυστηριώδες. Η επιθυμία του αυτή, όμως, παγιδεύεται από την υπέρμετρη ελευθεριότητα της φιλοδοξίας του, κάνοντας το εγχείρημά του να μοιάζει στην τελική μ’ ένας είδος στιλιστικής άσκησης, η οποία δυσκολεύεται να σταθεί στα πόδια της. Αναμειγνύοντας εποχές (παρελθόν, παρόν, μέλλον), στυλ (χρονικά μπρος-πίσω, αισθητικές παρεκκλίσεις) και είδη (ψυχολογικό θρίλερ, επιστημονική φαντασία, δράμα κοστουμιών), η ταινία καταλήγει να μην έχει στόχο, μένοντας ερμητικά εγκλωβισμένη στην παραφιλολογία ενός καταραμένου έρωτα. H μοίρα των… αιωνίως αποσυγχρονισμένων εραστών στέκει αδιάφορο, καθώς το ερωτικό δράμα τους είναι είτε άψυχο (στην περίπτωση του Παρισιού), είτε ανύπαρκτο (στην περίπτωση του Λος Άντζελες). Η δε αλλαγή σκηνοθετικού ύφους από την Belle Époque στη σύγχρονη Καλιφόρνια είναι λες και πατήθηκε το κουμπί ενός… remote control και από «Τ’ Απομεινάρια μιας Μέρας» (1993) βρέθηκε ξαφνικά να παίζει το «The Neon Demon» (2016), με τα δύο αυτά έργα (για κάποιο διεστραμμένο λόγο) να έχουν ενωθεί σε μία αυτούσια ταινία!
Κάθε καλή πρόθεση (που κυρίως έχει να κάνει με την απαίτηση των μηδενικών αισθημάτων σε περίπτωση επιθυμίας επαγγελματικής καταξίωσης) καταρρέει ολοκληρωτικά, καθώς ο Μπονελό στοχεύοντας ν’ αναδείξει τη δύναμη της αγάπης που δεν πεθαίνει ποτέ, φορτώνει την τραγικότητά της με πλείστες «καταστροφές» (από φωτιές και πλημμύρες μέχρι τρελαμένους ψυχάκηδες και αυταρχικότατες A.I.!), διασπείροντας τις ιδέες του σ’ ένα ασύνδετο πλαίσιο, από όποια εννοιολογική σκοπιά και να το εξετάσει κανείς. Η απομόνωση εξαιτίας της απουσίας συναισθηματικής εμπλοκής είναι το «Θηρίο» από το οποίο ο ήρωας της νουβέλας του Τζέιμς πασχίζει να ξεφύγει. Ο Μπονελό βάζει την ηρωίδα του να την επιδιώκει, κάνοντας τα πάντα από το παρελθόν της να μοιάζουν μάταια και τόσο ανώφελα.
