KONTINENTAL ’25 (2025)
- ΕΙΔΟΣ: Δραματική Σάτιρα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ράντου Ζούντε
- ΚΑΣΤ: Έζτερ Τόμπα, Ανναμαρία Μπιλούσκα, Μάριους Νταμιάν, Ιλίνκα Μανολάκε
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 109'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: CINOBO
Σε μια πόλη της Τρανσυλβανίας, μια δικαστική υπάλληλος καλείται να εκτελέσει τα καθήκοντά της και, συνοδεία αστυνομικών, να κάνει έξωση σ’ έναν κακομοίρη που χρησιμοποιεί για στέγη μια ημιυπόγεια αποθήκη. Η αυτοκτονία του θα της προκαλέσει βάρος στη συνείδησή της και θα αναζητήσει μια κάποια λύτρωση… αφηγούμενη την όλη ιστορία στους πάντες!
Εξακολουθεί να αποτελεί μέγα μυστήριο, το πως ο σκηνοθέτης του ωραιότατου «Αφερίμ!» (2015), έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους μεγαλύτερους απατεώνες της παγκόσμιας κινηματογραφίας! Μετά το (όντως ατυχές) «Ατυχές Πήδημα ή Παλαβό Πορνό» (2021) και το «Μην Περιμένετε και Πολλά από το Τέλος του Κόσμου» (2023), ο Ράντου Ζούντε επέστρεψε πέρσι με… διπλό χτύπημα! Αφού υπάρχουν ένα σωρό μαλάκες φεστιβαλικών διοργανώσεων και θύματα παραγωγοί, χαζός είναι να κάθεται σπίτι του και να τον παίζει; Το «Kontinental ’25» ήταν το πρώτο «κελεπούρι» (με βραβείο σεναρίου στο Βερολίνο!), ενώ ακολούθησε ένας δικός του «Dracula» (κωμωδία τρόμου με στοιχεία μιούζικαλ, όπως αναφέρει το imdb!), που ελπίζω να μη φτάσει και στα μέρη μας, διότι έχει διάρκεια 170 λεπτά και… από την αυτοχειρία δεν θα τη γλιτώσω μια μέρα!
Στο πρώτο δεκάλεπτο τούτης της ταινίας παρακολουθούμε έναν άστεγο επαίτη που γυροφέρνει στην πόλη όλη μέρα, συλλέγοντας ανακυκλώσιμα σκουπίδια («highlight» το πάρκο με τους μηχανοκίνητους δεινόσαυρους, που ο σκηνοθέτης πέτυχε «παρκαρισμένους» εκεί και θεώρησε πως δίνουν χαριτωμένα πλανάκια…), ζητώντας ελεημοσύνη και τρώγοντας junk, μέχρι που νυχτώνει κι επιστρέφει στη βάση του, μία ημιυπόγεια αποθήκη. Εκεί θα τον πετύχουν το ξημέρωμα κάτι μπάτσοι με μια δικαστική κλητήρα που του κάνει υποχρεωτική έξωση, εκείνος θα τους ζητήσει λίγο χρόνο για να μαζέψει τα πράγματά του και θα βρει την ευκαιρία να αυτοκτονήσει (διόλου άσχημη επιλογή και για τους θεατές, αν και τα 163 λεπτά διάρκειας του «Μην Περιμένετε» ήταν σίγουρα πιο βολικά…).
Η υπόλοιπη πλοκή του φιλμ αποτελείται ουσιαστικά από διάφορες σεκάνς όπου η Ορσόλια αφηγείται την όλη ιστορία στις Αρχές, σε σύζυγο, φίλους, γνωστούς, στη μάνα της και σ’ έναν ιερέα, ενώ η οικογένειά της την αφήνει για να πάει για διακοπές στη Σκιάθο, καθώς η ίδια προτιμά να κόβει βόλτες με τ’ αμάξι και να λέει τον πόνο της σε όποιον βρει μπροστά της. Γενικώς, μιλάμε για φλυαρία… επί παντός επιστητού, με μία έμφαση σε τοπικιστικές συγκρούσεις και συγκρίσεις μεταξύ Ρουμανίας με Ουγγαρία. Ξεχωρίζει μία σκηνή διαλόγου αρκούντως σαρκαστική, σχετική με τη φιλανθρωπία της ηρωίδας, που «κάνει το καλό» με δίευρες χρεώσεις από τον λογαριασμό του κινητού της μηνιαίως. Τα υπόλοιπα είναι ένα «ιδεολογικό» παραλήρημα εξυπνακίστικου «χιούμορ» που πετάει «άσφαιρα» (αν τα ζυγίσεις όλα μαζί), έτσι, για να «ψαρώνουν» Ευρωπαίοι κριτικοί και να θαυμάζουν εαυτόν στα κείμενα των φεστιβαλικών reports τους.
Εκτός από τους… δεινόσαυρους («καμενιά», ειλικρινά), πάντως, θα μου μείνει και η σκηνή που η Ορσόλια βλέπει το «Detour» του 1945 στην τηλεόραση (προφανώς διότι πρόκειται περί τίτλου… public domain), ενώ ακολουθεί ένα πλάνο από… τη συντριβή του φλεγόμενου Χίντενμπουργκ, το 1937. Στο εντελώς άσχετο! Ο άνθρωπος την έχει δει τη δουλειά και πουλάει τρέλα, τι να λέμε τώρα…
