ΚΟΚΟΡΑΣ (2026)
- ΕΙΔΟΣ: Κοινωνική Δραμεντί
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τάσος Γερακίνης
- ΚΑΣΤ: Νίκος Κασάπης, Κόρα Καρβούνη, Δημήτρης Καταλειφός, Ελένη Κοκκίδου, Γιάννης Σαρακατσάνης, Γιούλικα Σκαφιδά, Γιάννης Δρακόπουλος, Κωνσταντίνος Μουταφτσής, Νίκος Δαφνής, Ελένη Δαφνή
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 101'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: THE FILM GROUP
Δημόσιος υπάλληλος της κωλοβάρας ονειρεύεται επιχειρηματικά ανοίγματα στην εστίαση, αλλά κανείς δεν παίρνει το ρίσκο να του δανείσει χρήματα, λόγω ανάλογων αποτυχημένων προσπαθειών στο παρελθόν. Η εμμονή του βάζει πλέον σε κίνδυνο τον γάμο του αλλά και κάθε άλλο οικογενειακό δεσμό.
Προσοχή στο κενό μεταξύ λαϊκού σινεμά και λαϊκισμού. Ο Τάσος Γερακίνης πέφτει βαθιά μέσα σ’ αυτό το κενό και νομίζει πως «σκαρφαλώνει» προς τ’ αριστερά ενώ (ουσιαστικά) πατά γερά στα δεξιά (όχι ιδεολογικά, προφανώς), θεωρώντας πως ασκεί χιουμοριστική κριτική στις παθογένειες (sic) του νεοέλληνα, ο οποίος έχει διαρκώς ονειρώξεις (ανοδικής) αλλαγής κοινωνικής πίστας. Τελικά, ο «Κόκορας» δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την καμία ως κωμωδία, καθώς το υποτιθέμενο σατιρικό του στοιχείο περισσότερο χλευάζει τον ήρωα παρά αποπειράται να σπάσει πλάκα με τις αποτυχίες ενός τόσο σχηματικού καταστασιακού, καταλήγοντας το ίδιο το φιλμ να ταυτίζεται με την απόλυτη αποτυχία.
Κακομοίρης θυρωρός στον Δήμο Αθηναίων, παντρεμένος μ’ ένα παιδί, από τη μία ψάχνει χρήματα για να γράψει το τελευταίο σε ακριβό ιδιωτικό σχολείο, από την άλλη αναζητά πιο απεγνωσμένα κάποια δανεικά για να «πιάσει την καλή» με νέο επιχειρηματικό σχέδιο που σχετίζεται με την εστίαση. Σε κάθε περίπτωση, επειδή παρόμοιες κινήσεις στέφθηκαν με αποτυχία στο παρελθόν, ουδείς παίρνει το ρίσκο να του δώσει χρήματα και ως τελευταία ευκαιρία έχει τους πιο στενούς του συγγενείς: τη σύζυγό του για ένα οικοπεδάκι που είχε σαν προίκα, την αδελφή του να πείσει τον πλούσιο γαμπρό του να γίνει χρηματοδότης του business plan του ή τους γονείς του στο χωριό, οι οποίοι μπορεί να τσοντάρουν κάτι για το εγγόνι τους.
Το μέγα και βασικό (σεναριακό) λάθος του «Κόκορα» είναι ο σχεδιασμός του κεντρικού χαρακτήρα, που ούτε λεπτό δεν επιτρέπει στον θεατή να… τον δει θετικά, να νοιαστεί γι’ αυτόν και να ταυτιστεί με τους πόνους του! Ο Αργύρης του έργου είναι ένας χαρακτήρας που θες να… φτύσεις και όχι να σου προκαλέσει την (έστω και πικρή) ευθυμία την οποία έχει ανάγκη ένα τέτοιου είδους φιλμ για να λειτουργήσει. Η εξέλιξη της ιστορίας βαλτώνει μέσα σ’ ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο τσακωμών και μίρλας, δίχως κωμικούς τόνους που θα θύμιζαν κάπου ότι ο Γερακίνης φαντάστηκε πως κάνει σάτιρα.
Το καστ είναι αξιοπρεπέστατο αλλά εντελώς αναξιοποίητο, παρατημένο σε μια τηλεοπτική φόρμα υποκριτικής τύπου… «Το Σόι σου», ενώ το ύφος της ταινίας ακροβατεί (δίχως ίχνος ισορροπίας…) μεταξύ οικονομιδικού πλαισίου και «Black Stone» (2023)! Στο τέλος, ο θεατής αναγκάζεται να σιχτιρίζει τον Αργύρη και αυτή η περίφημη «μεσαία τάξη» σπιλώνεται εξευτελιστικά από κάτι που τη στηλιτεύει με κυνισμό, αντί να επιχειρεί να κάνει τους συνανθρώπους μας να νιώσουν το δράμα του κατήφορου που βιώνει στις τελευταίες δεκαετίες και να μοιραστούν με τους ήρωες ένα «καλό κουράγιο».
