FreeCinema

Follow us

ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΔΕΝ ΦΟΡΑΝΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ (2019)

(KOIRAT EIVÄT KÄYTÄ HOUSUJA)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιούκα Πέκα Βαλκιάπα
  • ΚΑΣΤ: Κρίστα Κόσονεν, Πέκα Στρανγκ, Ιλόνα Χούχτα, Γιάνι Βόλανεν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 105'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: AMA FILMS

Χρόνια μετά τον πνιγμό της γυναίκας του, ο Γιούχα παραμένει βυθισμένος στη θλίψη, ανήμπορος να ξεπεράσει τον τραγικό χαμό της. Η απρόσμενη γνωριμία του με μια dominatrix θα τον φέρει μια και καλή αντιμέτωπο με το βαθύ τραύμα της αμετάκλητης απώλειας.

Υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους αντιμετωπίζει κανείς κάτι τόσο απόλυτα πραγματικό όπως ο θάνατος και δη ενός αγαπημένου προσώπου, ιδιαίτερα όταν αυτός έρχεται εντελώς αναπάντεχα. Κάποιοι «χάνονται» στην (κατα)θλίψη, μερικούς τους «καταπίνει» η οργή, άλλοι επιλέγουν την κοινωνική και προσωπική απομόνωση. Υπάρχουν, όμως, κι εκείνοι οι λίγοι (;) που καταπραΰνουν το ψυχικό τραύμα μέσω του απτού, «ζωντανού» σωματικού πόνου. Αυτό ακριβώς πραγματεύεται η τρίτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του Φινλανδού δημιουργού Γιούκα Πέκα Βαλκιάπα, ο οποίος σκηνοθετεί υποδειγματικά το σενάριο της Γιοχάνα Λούμε (συν-σεναριογράφος και ο ίδιος), μπερδεύοντας χαλαρά τα όρια ανάμεσα στη μαύρη κωμωδία και το δράμα, προκειμένου να προσφέρει ένα αισθητικά ξεχωριστό αποτέλεσμα, που όμως εξακολουθεί να παραμένει αναγνωρίσιμο παρά το ιδιαίτερο του θέματός του: μία BDSM σπουδή πάνω στις διαφορετικές εκφάνσεις του καθημερινού πόνου και της ανάγκης αποδοχής του εαυτού (μας).

Μια ειδυλλιακή μέρα στην εξοχή θα καταλήξει σε τραγωδία για την οικογένεια του Γιούχα (Στρανγκ), όταν η σύζυγός του πνιγεί μπροστά στα μάτια της ανήλικης κόρης τους Έλι (Χούχτα). Χρόνια μετά το τραγικό συμβάν, ο Γιούχα εξακολουθεί να παραμένει συναισθηματικά αδρανής, αδυνατώντας να «συνδεθεί» σε οποιοδήποτε επίπεδο με άλλους ανθρώπους, ακόμη και με την έφηβη πια κόρη του, από την οποία μοιάζει να απομακρύνεται διαρκώς. Ένα βράδυ θα επισκεφθούν ένα tattoo studio προκειμένου η Έλι να κάνει piercing και ο Γιούχα θ’ αρχίσει να περιφέρεται στους υπόγειους διαδρόμους του μαγαζιού. Εκεί, με τον ίδιο αναπάντεχο τρόπο που έχασε και τη γυναίκα του, θα βρει τη Μόνα (Κόσονεν), μια dominatrix που θα «ξεκλειδώσει» τις πιο μύχιες επιθυμίες του, συστήνοντάς τον στον φετιχιστικό κόσμο της ερωτικής ασφυξίας.

Να ξεκαθαρίσουμε πως αν το συγκεκριμένο story είχε πέσει σε λάθος χέρια, τότε αυτό εδώ το φιλμ θα μπορούσε να είχε πάει… πολύ, μα πολύ στραβά. Ευτυχώς που το σενάριο της Λούμε ξεφεύγει έτσι κι αλλιώς από τα kinky τετριμμένα, αναδεικνύοντας και την άλλη πλευρά της τραγωδίας, αυτή της θεραπευτικής λειτουργίας του πόνου ως απόλυτου μέσου απελευθέρωσης από τον συζυγικό και σεξουαλικό θρήνο. Εν προκειμένω, είναι εξαιρετικός ο τρόπος με τον οποίο τόσο η Λούμε όσο και ο Βαλκιάπα χειρίζονται το θέμα της φετιχοποίησης (για παράδειγμα, της απώλειας οξυγόνου), χρησιμοποιώντας έξυπνα το μοτίβο της ασφυξίας, προκειμένου να ενώσουν θεματικά τον πνιγμό της συζύγου με τον ερωτικό πνιγμό του Γιούχα, ο οποίος μέσω αυτού αποζητά διαρκώς την επανένωσή του με τη χαμένη του αγάπη. Ουσιαστικά, η ταινία χωρίζεται σε δύο ευδιάκριτα θεματικά μέρη, με το πρώτο να αποτελεί την απελπισμένη προσπάθεια ενός άνδρα να διατηρήσει με οποιοδήποτε προσωπικό τίμημα τη θύμηση της γυναίκας του (ή των τελευταίων της στιγμών…) αναλλοίωτη, ενώ το δεύτερο αφορά την οριστική απελευθέρωσή του από τα χρόνια δεσμά τού πένθους και την αποδοχή της νεοανακαλυφθείσας ταυτότητάς του.

Η ευτυχής συγκυρία καλού σεναρίου και καλής σκηνοθεσίας καθιστά τούτη την ταινία μια από τις πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις που πέρασαν από τη μεγάλη οθόνη στο πιο πρόσφατο (και πολύπαθο) διάστημα. Πιο συγκεκριμένα, η σκηνοθεσία του Βαλκιάπα θα φέρει σίγουρα στον νου (ιδιαίτερα στους λάτρεις του είδους) την αποστειρωμένη, ψυχρή αφηγηματικότητα των Σκανδιναβών δημιουργών, ιδιαίτερα στα εσωτερικά αστικά πλάνα που «φωνάζουν» αισθητική «Άσε το Κακό να Μπει» (2008). Παράλληλα, ο Βαλκιάπα δεν αρκείται μόνο στο αναγνωρίσιμο σκανδιναβικό στυλ, αλλά φροντίζει να στολίσει οπτικά την ιστορία και με μικρές σκηνές θανατηφόρου σουρεαλισμού που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το υγρό, neon περιβάλλον της υπόλοιπης ταινίας, υποδηλώνοντας και την προοδευτική μετάβαση του ίδιου του ήρωα. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, τόσο ο Πέκα Στρανγκ, όσο και η υπέροχη Κρίστα Κόσονεν υποδύονται τους χαρακτήρες τους (δυο ετερόκλητες υπάρξεις που έλκονται κάτω από το πρίσμα κρυφών, περασμένων τραυμάτων και τα καταφέρνουν περίφημα) με ωμή τρυφερότητα. Αν υπάρχει ένα κερδισμένο στοίχημα εδώ, είναι γιατί ετούτα τα «Σκυλιά» έχουν ανθρώπινες καρδιές.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Πρόκειται για ένα άκρως απολαυστικό και σκοτεινά χιουμοριστικό φιλμ το οποίο πιθανότατα θα ενοχλήσει όλους εκείνους που βρίσκονται σε μια μόνιμα προβληματική σχέση με τα εν λόγω θέματα. Για όλους τους υπόλοιπους, σίγουρα αποτελεί μια ξεχωριστή επιλογή τούτης της εβδομάδας, χάρη στο ωραίο σενάριο, την ατμοσφαιρική σκηνοθεσία και τις ξεχωριστές ερμηνείες. Στα συν και το φανταστικό synth soundtrack.


MORE REVIEWS

Η ΦΩΛΙΑ

Υπερφιλόδοξος entrepreneur ζητά από την οικογένειά του να μετακομίσουν στην πατρίδα του, την Αγγλία, για να κυνηγήσει μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία. Στα ξαφνικά, θα βρεθούν να κατοικούν σε εξοχική έπαυλη και υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με την κρίση να τους πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΦΩΤΙΑ

Έχοντας εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του, ο Άμαντορ αιφνιδιάζει τους κατοίκους του χωριού του, βγαίνοντας από τη φυλακή πριν από την ώρα του. Επιστρέφοντας στο σπίτι της γηραιάς μητέρας του, θα αντιμετωπίσει μονάχα την ψυχρότητα αυτής της μικρής κοινωνίας που δεν θέλει να σχετίζεται με έναν εμπρηστή.

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

Χάνοντας τους γονείς της από επιδημία χολέρας, η δεκάχρονη Μέρι αφήνει την Ινδία της δεκαετίας του ’50, ώστε να ζήσει στην έπαυλη του θείου της, στο Γιόρκσαϊρ της Αγγλίας. Εκεί θ’ ανακαλύψει τα πολλά κρυμμένα μυστικά του σπιτιού και θα δώσει νέα πνοή στο «μαραμένο» περίγυρο της.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΑΣ

Δεκαπέντε χρόνια μετά τις σοβαρότατες απώλειες του Δευτέρου Παγκοσμίου, μια γυναίκα θα έρθει και πάλι αντιμέτωπη με το εφιαλτικό παρελθόν, όταν πιστέψει πως ο γείτονάς της είναι ο αξιωματικός των SS που την είχε κακοποιήσει βάναυσα λίγο πριν το τέλος του μεγάλου πολέμου.

ANTEBELLUM: Η ΕΚΛΕΚΤΗ

Οι ζωές μιας μαύρης σκλάβας σε βαμβακοφυτεία του Νότου στον 19ο αιώνα και μιας μαύρης κοινωνιολόγου και διακεκριμένης συγγραφέως στο παρόν πρόκειται να συναντηθούν με έναν (ελαφρώς) αναπάντεχο τρόπο.