FreeCinema

Follow us

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ (2015)

(KISHIBE NO TABI)

  • ΕΙΔΟΣ: Μεταφυσικό Ρομαντικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κιγιόσι Κουροσάουα
  • ΚΑΣΤ: Έρι Φουκάτσου, Ταντανόμπου Ασάνο, Μασαάκι Ακαχόρι, Γιου Αόι
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 127'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: AMA FILMS

Επισκεφθείσα ξαφνικά από το με σάρκα και οστά στοιχειό τού 3 χρόνια πνιγμένου σε καράβι οδοντιάτρου άνδρα της, μια δασκάλα πιάνου τον ακολουθεί σε εκδρομή στην επαρχία σε ισάριθμες περιπτώσεις προσώπων – κόμβων που του στάθηκαν (και τους στάθηκε) στο μετά της ζωής του, τα οποία θα βοηθήσουν να λογαριαστούν με τις δικές τους οικογενειακές απώλειες. (Ποιοι) ξανά θα ενωθούν προτού αποχαιρετιστούν;

Λέει σίγουρα κάτι καθόλου ευνοϊκό για την εμπορική ελληνική διανομή το ότι έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον (τα) 40 (του) χρόνια καριέρας και 20 παρουσίας του στη φεστιβαλική εμπροσθοφυλακή, κι ενώ στη νέα χιλιετία γυρίζει τουλάχιστον μία ταινία τον χρόνο (κάποιες κυκλοφορούν δύο-δύο μέσα στη σεζόν στην πατρίδα του), για να δούμε κι εδώ κάτι απ’ τον Κιγιόσι Κουροσάουα – και μάλιστα το ηθελημένα ή όχι πιο βασανιστικά προκλητικό για τη σκέψη και τον αμφιβληστροειδή πόνημά του για καιρό. Το χρωστάμε στο Βραβείο Σκηνοθεσίας τού «Ένα Κάποιο Βλέμμα» των τελευταίων Καννών;

Whatever, η έκπληξη, υποψιάζομαι δυσάρεστη για τους αυτοθεωρούμενους ντόπιους γνώστες τού oeuvre του (δυστυχώς μονόπαντα, από μεταξύ εγκεφαλικού και σοκαριστικού horror-ιές όπως τα «Cure» και «Kairo») κι ενδεχομένως λίγο πιο ευπρόσδεκτη για τους λάτρεις τού σινεμά τέχνης και τους γνώστες της ιαπωνικής κουλτούρας, είναι ότι το δεύτερο διασημότερο μετά τον Κιτάνο μέλος του διδακτικού προσωπικού του Τμήματος Κινηματογράφος και Νέα Μέσα στο Παν/μιο Τεχνών του Τόκυο (ασχολία που, για τη γράφουσα, του έχει στερήσει ένα πιο συνεπές σε ποιότητα έργο – όχι ότι δεν έχει έτσι κι αλλιώς τα κουσούρια του ως auteur…) στην πιο πρόσφατη δουλειά του «βλέπει νεκρούς ανθρώπους», όπως θα το έκανε ένας αναστημένος Όζου που θα παρεξηγούσε το γαλλικό τηλε-classic «Les Revenants» για το σύγχρονο αντεστραμμένο είδωλο του μύθου του Ορφέα.

«Πιο γοργό tempo», ζητάει παραπονούμενη για τις υπηρεσίες για τις οποίες πληρώνει η μητέρα τής 2 χρόνια μικρής μαθήτριας απ’ την ηρωίδα στην εισαγωγή κιόλας. «Αυτό το οδοιπορικό δεν θα είναι γρήγορο επειδή το θέλετε, εσείς δεν είστε εκείνη, δείξτε κατανόηση», είναι σαν να λέει πίσω από τις λέξεις στους δικούς του μαθητές ο Κουροσάουα-σαν. Το πρόβλημα; Δεν είναι κατά βάση ο αβίαστος, γειωμένος ρυθμός που κρατάει πεισματικά πίσω, στο limbo μεταξύ καθήλωσης (με την καλή) και… καθήλωσης (με την κακή έννοια) αυτή τη σποραδικά υποβλητική άνευ χρείας scares ζεν Αχερουσία τού δια της επαναβίωσης, της παραδοχής των ημαρτημένων, της χαμηλόφωνης μεταμέλειας αποχαιρετισμού: μιας χήρας στον μη αναπαμένο αγαπημένο της, αυτού σ’ εκείνην και στον κόσμο μας, τριών ανθρώπινων επαφών του σε δικά τους «Να σχωρεθούν τ’ αποθαμένα σου!» κατά τις ενδιάμεσες στάσεις τού φαντάσματος σε σταθμούς τού προ-hereafter του.

Ποιος πραγματικά πληρώνει (όχι σε γεν) τον βαρκάρη για τον Άδη; Ένα βιβλίο της Καζούμι Γιουμότο, που ο Κουροσάουα μεταφέρει με ανεπιθύμητες αναταράξεις στη μυθοπλαστική λέμβο στα συχνά θολά νερά τού ντεκουπάζ του. Ακόμη κι αν δεχτείς απροβλημάτιστα τη σεναριακά βολική λύση της ορατότητας κι απτότητας του ψόφιου αλλά με χειλάκι πετροκέρασο και μάγουλο βερύκοκο Γιούσουκε, η τακτική που ακολουθεί ο δημιουργός ώστε να συντηρήσει το διφορούμενο του ποιοι απ’ όσους θα φιλοξενήσουν για μια νύχτα το αντρόγυνο είναι εκτοπλάσματα ξεμπροστιάζεται ως σκελετός στην ντουλάπα ήδη κατά την πρώτη συνάντηση με έναν ηλικιωμένο διανομέα εφημερίδων (που αναγνωρίζει ότι ευθύνεται για τον χαμό της συμβίας που είχε παραμελήσει), πρώτα όταν στη σκηνή της απομάκρυνσης με το ποδήλατο ο εγκαρδιότατος γέρος συμπεριφέρεται σαν να μην υπάρχει η Μιζούμι που τον χαιρετάει, και μετά όταν η γυναίκα ξαναβρίσκεται μόνη στο ξαφνικά ερειπωμένο, παραδομένο στη σκόνη τού χρόνου γραφείο του που την προηγουμένη έσφυζε από… ζωή.

Είναι δύο faux pas για τα οποία ο Κουροσάουα πετυχαίνει να εξιλεωθεί όχι μόνο με το αγγιχτικό τελευταίο καρφί στο φέρετρο της βινιέτας αλλά και σε επίπεδο εσωτερικής λογικής στα δύο επόμενα κεντροεπεισόδια (υπολειπόμενος εντούτοις στην… έκτη αίσθηση που – παραδεκτό – όχι μόνο σποραδικά αποτυγχάνει αλλά και δείχνει να αδιαφορεί να ξυπνήσει σθεναρά στην άλιωτη σορό τής ταινίας): στο πρώτο (ανα)καλώντας σε ύφος και τόνους το πνεύμα τού εθνικού 35mm sensei Γιασουτζίρο και στο δεύτερο μεταλαμβάνοντας την εθνική θρησκειοφιλοσοφία τού sindo – και συναντώντας για μερικά δευτερόλεπτα, ως Ευρυδίκη τής συντεχνίας του, τη Ναόμι Καγουάσε του «Πληγωμένο Δάσος».

Ο Γιούσουκε και η Μιζούμι θα περάσουν αντιστοίχως από το παραθαλάσσιο φαγάδικο ενός ζευγαριού (όπου τα δάχτυλα ενός «φευγάτου» οικείου τους προσώπου σ’ ένα ορφανό clavier τού πάνω ορόφου θα κάνουν τη φιλοξενούμενη μουσικό τον ψυχοπομπό του, στην από άποψη συνοχής, αν όχι και σαγήνης, πλέον άξια… μνημοσύνου σκηνή της ταινίας) και τα μέρη ενός αγρότη και της συζύγου τού μακαρίτη γιου του (όπου το λανθανόντως οιονεί αιτούμενο την επιείκεια του αμύητου θεατή «Το μηδέν δεν σημαίνει ανυπαρξία», που ο Γιούσουκε προφέρει κατά τη διάρκεια εκλαϊκευτικής διάλεξής του περί φυσικής στους χωρικούς, γίνεται ευφυώς η φράση – κλειδί τού εναλλακτικά ντεθάδικου transit σύμπαντος όλου του φιλμ).

Άσ’ το να πάει, άσ’ το ό,τι διαμερισματικά pas-de-deux μεσολαβεί τη συνοδεία dumplings για να ξεδιαλύνει γλυκόπικρα τα από ρουτινιάρικα έως γαλήνια πεισιθάνατα dessous και επί προσωπικού προ του τέλους, του αλλούτερου reboot και του σωματικά, τρυφερά συνταιριαστικά κατευναστικού οριστικού «αντίο» της σχέσης τού ντουέτου των ηρώων μας (αφού ένα ξύπνημα της Μιζούμι ως «Tώρα-αυτό-μου-συνέβη-ή-ήταν-όνειρο;» gimmick γίνεται το προπέτασμα της σχεδόν ανύπαρκτης, έστω υποβόσκουσας εν γένει έντασης και θα κάνει ακόμη και πρωτοετείς φοιτητές σινεμά να το… χάσουν – και να καγχάσουν) – και τους συνοδεύει σ’ αυτή την τρίτη πράξη, όπου θα «σκάσουν» όχι ανεπιθύμητα αλλά υποστηρικτικά μάταια για την ατμόσφαιρα ή τον μηχανισμό του phantom limb της ιστορίας: ένα αγοράκι ενατενίζον έναν καταρράκτη – πύλη του επέκεινα, ο πατέρας της προκομμένης μας και η ακτή, αρχικός εξόδιος προορισμός της αφετηρίας τού αρσενικού λυτρωτή και λυτρωμένου μουσαφίρη. «Θα ζήσω μια συνηθισμένη ζωή μέχρι να πεθάνω. Αλλά τι άλλο να ζητήσει κανείς;», λέει σε ανύποπτο χρόνο ένας χαρακτήρας (μην προδώσουμε ποιος…) σ’ αυτή τη «Σαν ταξιδάκι αναψυχής μ’ ένα κρυμμένο τραύμα…» κηδεία με ξένα κόλλυβα, απολογούμενος σχεδόν για τα εν προκειμένω κρίματα του μια ζωή ανεσταλμένου master Κουροσάουα. Συγγνώμη, αλλά εγώ πίσω δεν μπορώ να τα αφήσω. Και δεν τύπτομαι και φρίττω για αυτό. Να σε θάψω (ψιλό)…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Συλλυπητήρια στους οικείους. Του ντουβρουτζά μετά μυστηρίου, γιατί δεν είναι «Έκτη Αίσθηση». Των love story, γιατί δεν είναι «Αόρατος Εραστής». Του σχιστομάτικου, γιατί δεν είναι το «Wandafuru Raifu» του Χιροκάζου Κόρε Έντα. Οι αισθητές θα θαυμάσουν το κάλλος (τα «αναθηματικά» πολύχρωμα χάρτινα λουλούδια του εφημεριδά), οι θριλεράκηδες θα ανατριχιάσουν με την απόκοσμη υπερβατικότητα (το ανησυχαστικό «φάγωμα» των καρέ στο… κάδρο του κουαρτέτου στην ύπαιθρο), οι σιντοϊστές θα προσκυνήσουν ατάκες του Πιστεύω τους – σε mini δόσεις και κρούσματα, δυστυχώς, όλα και όλοι. Κι αν οι ελιτιστές θα δώσουν άφεση αμαρτιών στις ατέλειες του origami του, απ’ όλους τους υπόλοιπους άλλοι δεν θα «πιάσουν» το τι γίνεται κι άλλοι δεν θα κρατήσουν το βλέφαρο ανοιχτό δύο και βάλε ώρες – δικαίως.


MORE REVIEWS

ΕΝΚΑΝΤΟ: ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΓΙΚΟΣ

Πολυπληθής κι ευτυχισμένη κολομβιανή οικογένεια, κάθε μέλος της οποίας διαθέτει μαγικά χαρίσματα, βρίσκεται προ του κινδύνου να τα χάσει ολοσχερώς! Κόρη αποκαρδιωμένη από την ατυχία της να είναι η μόνη που την τέχνη της μαγείας δεν κατέχει, βάζει μπρος σχέδιο σωτηρίας για όλους. Θα μαγέψει;

Ο ΟΙΚΟΣ GUCCI

Τα γεγονότα που οδήγησαν στην πληρωμένη δολοφονία του Μαουρίτσιο Γκούτσι και η ανάμειξη της πρώην συζύγου του Πατρίτσια Ρετζιάνι σ’ αυτήν, με φόντο τα μοχθηρά, οικονομικά παρασκήνια του κόσμου της μόδας.

ΠΡΑΣΙΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Μέσω αγγελίας, η Άννα πηγαίνει να πιάσει δουλειά στην ξεχασμένη από το χρόνο ψαροταβέρνα του Ρούλα (από το Χάρης). Λιγομίλητη, σχεδόν αντικοινωνική, μα με ικανότητα στη μαγειρική, η Άννα κερδίζει τους καθημερινούς πελάτες του μαγαζιού, κρατώντας καλά κρυμμένο το μυστικό της… απώλειας της μνήμης της!

ΜΙΚΡΑ ΟΜΟΡΦΑ ΑΛΟΓΑ

Ζευγάρι με μικρό παιδί, απότομα προσγειωμένο από τα ψηλά στα χαμηλά κοινωνικά, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, «υποδύεται» βίο ευμάρειας σε βίλα στην οποία ο σύζυγος εκτελεί χρέη επιστάτη. Για πόσο καιρό θ’ αντέξει αυτό το ψέμα;

ΕΝΑΣ ΗΣΥΧΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Χήρος οινοποιός σε ακριτικό νησί, καταχρεωμένος και με προβλήματα επικοινωνίας με την 30χρονη κόρη του που παρατάει το στεφάνι της, πέφτει θύμα ομηρίας από επικίνδυνο δραπέτη. Για να την προστατεύσει, θα τον παρουσιάσει σαν τον καινούργιο του εργάτη και θ’ αφήσει το ψέμα να αιωρείται στην ατμόσφαιρα μέχρι να σκάσουν οι αναπόφευκτες συνέπειες.