FreeCinema

Follow us

ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ (2025)

  • ΕΙΔΟΣ: Ιστορικό Βιογραφικό Δράμα Περιόδου
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιάννης Σμαραγδής
  • ΚΑΣΤ: Αντώνης Μυριαγκός, Φίνμπαρ Λιντς, Τάσος Χαλκιάς, Μάξιμος Μουμούρης, Νικορέστης Χανιωτάκης, Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη, Δημήτρης Γεωργιάδης, Ναταλία Καποδίστρια, Μαίρη Βιδάλη, Καίτη Ιμπροχώρη, Παύλος Κοντογιαννίδης, Μιχάλης Ιατρόπουλος, Νίκος Καρδώνης, Τάσος Παλαντζίδης, Πάνος Σκουρολιάκος, Μελίνα Βαμβακά, Κωνσταντίνος Δανίκας, Γιάννης Σύριος, Γιώργος Φλωράτος, Παύλος Κουρτίδης, Σον Τζέιμς Σάτον, Δημήτρης Μαύρος, Αλέξανδρος Κολλάτος, Νέιθαν Τόμας, Ντερκ Σικόρσκι, Ντάνκαν Σκίνερ, Πάνος Κλάδης, Άντριαν Φρίλινγκ, Κωνσταντίνος Μπούρας, Έρρικα Μπιγιού, Ιβάν Σβιτάιλο, Έλενα Αμβροσιάδου, Νίκος Νικολάου, Γιάννης Σύριος
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 128'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER / AUDIO VISUAL

Η αληθινή ιστορία του Ιωάννη Καποδίστρια, του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, δια χειρός… Ιωάννη Σμαραγδή.

Ο «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή θα μπορούσε να είναι ένα ωραίο audio book, καθώς όλα τα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίζονται (φιλμικά) στην περίοδο από το 1812 έως και το 1831 «παρουσιάζονται» σχεδόν αποκλειστικά μέσω… προφορικού λόγου! Από μόνο του, τούτο αποτελεί κολοσσιαίο πρόβλημα για ένα ιστορικό δράμα το οποίο «αναπαριστά» πράξεις που χάραξαν την πορεία του ελληνικού έθνους (και όχι μόνο). Το έχω ξαναπεί πολλάκις. Και εδώ θα γίνω ακόμη πιο σκληρός και απόλυτος. Η παραγωγή αυτού του είδους ταινιών θα έπρεπε να έχει απαγορευθεί στη χώρα μας, από τη στιγμή που δεν υφίσταται budget το οποίο μπορεί να επιφέρει ένα αποτέλεσμα ακριβές και ρεαλιστικά πειστικό. Στην προκειμένη, με τα λόγια να υποκαθιστούν σχεδόν ολότελα την εικόνα και τη δράση, έφτασα στο σημείο ν’ ανησυχώ μήπως και δεν δούμε ούτε (και) τη δολοφονία του Καποδίστρια, με κάποιον από τους υπόλοιπους χαρακτήρες να εμφανίζεται στην οθόνη και… απλά, να μας την κοινοποιεί ως συμβάν! Ευτυχώς, δεν φτάσαμε ως εκεί…

Συνεχίζοντας το εμμονικό του έργο, να γυρίζει βιογραφικά έργα για σημαίνοντα ιστορικά πρόσωπα της Ελλάδας, ο Σμαραγδής εδώ καταπιάνεται με την προσωπικότητα του Καποδίστρια και υπογράφει τη χειρότερη ταινία της καριέρας του, η οποία αποδεικνύει πως, πέρα από την αστειότητα της φτώχιας της παραγωγής (πόσω μάλλον για τέτοιου μεγέθους φιλμ εποχής), ο ίδιος πάσχει σφόδρα σε κάθε τομέα σκηνοθετικού ρόλου και καθηκόντων. Με μία (θρασυτάτη) πεποίθηση που τοποθετεί εαυτόν στη θέση ενός δημιουργού έργου Τέχνης, πλέον δεν κρύβει την ανικανότητά του να στήσει (έστω κι) ένα πλάνο της προκοπής, ν’ αποδείξει πως διαθέτει ίχνος καλλιτεχνικού οράματος ή ν’ αποσπάσει αξιοπρεπή ερμηνεία από το πλήρες καστ του (έως και κάθε κομπάρσο του…), αν όχι και από τα… props του, τα οποία ενίοτε βγάζουν περισσότερη ειλικρίνεια κι από το έμψυχο υλικό του!

Ο Καποδίστριας παρουσιάζεται ως ο μεγαλύτερος καταφερτζής του πλανήτη, διότι «έχει το χάρισμα» όπως μας λέει ο πανταχού παρών φίλος – ρασοφόρος Νικόδημος, μία μορφή που σχολιάζει ή προβλέπει κάθε κίνησή του, (εμμέσως) θυμίζοντάς μας διαρκώς πως ο κεντρικός ήρωας έχει την Παναγία (η οποία εμφανίζεται δήθεν «ασαφώς» τρεις φορές, σαν… «άυλη μορφή»!) στο πλευρό του. Το θρησκευτικό στοιχείο, άλλωστε, κραυγάζει καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ (στο πλαίσιο του comic relief, πέραν της… ξεκαρδιστικής «άυλης», οι πιο παρατηρητικοί θα εντοπίσουν και το πολυταξιδεμένο prop του «size matters» εσταυρωμένου από τον «Καζαντζάκη» στο Κυβερνείο του Καποδίστρια!), αφού πρόκειται για δουλειά που απευθύνεται στο πλέον πιστό (και άβουλο) κοινό, δίχως να ξεχνάμε και την… ελληνική υπερηφάνεια για κάθε πατριδολάγνο κουτόβλαχο, ο οποίος θα συνδυάσει το Θείο με την ελληνική σημαία, το γράμμα του μικρού τσολιά Βαγγελάκη (all-time classic σκηνή που μ’ έκανε να ανεβάσω decibel γέλιου, τόσο για το περιεχόμενό του, όσο και για τη φάτσα του ανήλικου, στα χνάρια του Βασιλάκη Καΐλα!) και τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν», που για την ταινία διδάσκεται σε σχολείο του Ναυπλίου το 1831, αν και δεν χαρακτηριζόταν ακόμη ως ο επίσημος εθνικός ύμνος του ελληνικού κράτους (για την ακρίβεια, καθιερώθηκε πολύ αργότερα, το 1865)!

Αν και ο χρόνος των δρώμενων τρέχει με… ιλιγγιώδη ταχύτητα (μέσα σε λιγότερο από μία ώρα, βρισκόμαστε από το 1812 στο… 1822!), ο αφηγηματικός ρυθμός του φιλμ σέρνεται ανελέητα, καθώς ο «Καποδίστριας» εμπεριέχει κυρίως διαλόγους και ελάχιστο θέαμα ή εναλλαγές εικόνων που (ενδεχομένως) θα μπορούσαν να κρατήσουν το ενδιαφέρον του θεατή (και τα μάτια του ανοιχτά, προφανώς). Επιπλέον, η επανάληψη των περισσότερων πλάνων / κάδρων προκαλεί (τουλάχιστον) το μειδίαμα, καθώς η πενία («τέχνας κατεργάζεται») υποχρεώνει τον «δημιουργό» να επιστρέφει στους ίδιους χώρους γυρισμάτων ξανά και ξανά. Αποκορύφωμα, το γραφείο / αρχηγείο του Καγκελαρίου Μέτερνιχ (ο Φίνμπαρ Λιντς τον υποδύεται με μία μονότονα στρυφνή και κακιασμένη έκφραση στυλ «βάστα Σόιμπλε»!) το οποίο εμφανίζεται στην ταινία σε εννέα σκηνές (ειλικρινά, τις μέτρησα)! Το γεγονός ότι ο χώρος δεν έχει καμία σχέση με την Αυστρία, αλλά αποτελεί μέρος του… Μικρού Χρηματιστηρίου των Αθηνών, υποτίθεται πως δεν οφείλει να μας απασχολεί. Τι; Σοβαρά τώρα;

Σχετικά με τη σκηνογραφία και τα locations, ο «Καποδίστριας» μοιάζει με ένα δυνατό trivial game, στο οποίο ο θεατής καλείται να ψυχαγωγηθεί εντοπίζοντας τι… «ρόλο» βαράνε τα όσα βλέπει! Άσχετα από το γεγονός ότι μιλάμε για κτήρια (ως επί το πλείστον) μεταγενέστερα (βλέπε αρχές 20ου αιώνα) της περιόδου στην οποία διαδραματίζεται το έργο, η κινηματογράφηση μεταπηδά με τρόπο «μαγικό» από το ένα set στο άλλο (άσχετα από το ύφος της αρχιτεκτονικής), κι ας (υποτίθεται ότι) βρισκόμαστε στο ίδιο μέρος. Στο πλαίσιο του γενικότερου αλαλούμ, το Συνέδριο των Ευρωπαίων στη Βιέννη (με ηθοποιούς και κομπάρσους να παραπέμπουν σε πίνακα ζωγραφικής στυλ Ζακ-Λουί Νταβίντ – mon Dieu -, δίχως ίχνος ανάλογης αισθητικής και ποιότητας φωτός) πραγματοποιείται στο… Μουσείο Ασιατικής Τέχνης της Κέρκυρας, το οποίο εμφανίζεται και σαν αίθουσα των Ανακτόρων του Τσάρου! Τα συγκεκριμένα ανάκτορα ενίοτε «μετακομίζουν» και στο Romanian Athenaeum του Βουκουρεστίου, στο οποίο πραγματοποιείται και το Συνέδριο του Λάιμπαχ, στα 1821! Το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών «πάει» Πετρούπολη για να υποδυθεί την οικία της αγαπημένης του Καποδίστρια, Ρωξάνδρας, ενώ το Κυβερνείο εκείνου αντί για το Ναύπλιο «μετακομίζει» στην… Ιερά Μονή Καισαριανής, με απείρου κάλλους λεπτομέρεια μια ξεθωριασμένη «τοιχογραφία» η οποία απεικονίζει… τη διάσημη νωπογραφία του Ραφαήλ «Η Σχολή των Αθηνών» (υπήρχε κι άλλο έργο, πιο αριστερά στο πλάνο, αλλά δεν κατάφερα να διακρίνω την ταυτότητά του)! Εδώ ήχησε μέσα μου ένα βροντερό «Γιατί;»!

Υπάρχουν κι άλλα τέτοια στην ταινία (συνεχίστε το «παιχνίδι» μόνοι σας, bonus points σε εκείνους που θα εντοπίσουν το δωμάτιο της… οδού Σωνιέρου), όμως, θεωρώ πως το πιο απολαυστικό clue είναι η εορταστική υποδοχή του ήρωα Καποδίστρια στη Γενεύη, αφού χάρη στη διπλωματία του η Ελβετία αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο και μόνιμα ουδέτερο κράτος στο Συνέδριο της Βιέννης, το 1815. Εμφανέστατα, τα γυρίσματα δεν έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελβετία αλλά… στην Κέρκυρα! Εάν αυτό δεν αποτελεί αστείο για τον θεατή με το πλέον παρατηρητικό βλέμμα, τι μπορεί να πει κανείς όταν ο Καποδίστριας επιστρέφει στη Γενεύη / Κέρκυρα το 1823 κι αντικρίζει… ακριβώς τους ίδιους κομπάρσους, στις ίδιες θέσεις, με τα ίδια ρούχα; Τρέμε «Back to the Future»!

Ξεπερνώντας (#not) όλα αυτά τα ανεκδοτολογικά facts και για να πάμε και στα πιο ουσιώδη, ο «Καποδίστριας» του Σμαραγδή ως θέμα «διδάσκει» τα πλέον προφανή: η Ελλάδα υπήρξε διαχρονικά ένα παιχνιδάκι για την υπόλοιπη (και από κάθε άποψη ισχυρότερη) Ευρώπη, ενώ η εμφυλιακή μας φαγωμάρα αποτελεί ένα παντοτινό «sport». Φυσικά, η ανάλυσή τους στο σενάριο είναι απολύτως παιδαριώδης και αφελής. Για τις ερμηνείες, δε, καλύτερα να μην γίνει λόγος. Ξεχωρίζει η αγέρωχη και ναρκισσιστική… κόμη του Καποδίστρια, που καταφέρνει να συγκινεί περισσότερο κι από τον ίδιο τον Αντώνη Μυριαγκό.

Από τούτο το φιλμ νομίζω πως θα θυμάμαι περισσότερο την «έξοδο» του Κολοκοτρώνη (με καμιά σαρανταριά κομπάρσους να ξεπηδούν έξαφνα μέσα από κάτι στάχυα) στην απαρχή της Επανάστασης του 1821, την εντολή του Κουντουριώτη προς τον Μιαούλη να «κάψει τον στόλο» (σε εισαγωγικά, διότι αν και η κάμερα βρίσκεται εκεί, ούτε καράβια βλέπουμε, ούτε και κάψιμο, αφού το budget για οπτικά εφέ μάλλον σπαταλήθηκε ολοκληρωτικά στο πλάνο του πολεμικού ατμόπλοιου στο Ναύπλιο και στο «καθάρισμα» του λιμανιού της Ύδρας από τα σκάφη του σήμερα…), και θα κλαίω (από τα γέλια) έως την αιωνιότητα με το… φως της ψυχής του νεκρού Καποδίστρια που ανεβαίνει στους ουρανούς για να καταλήξει στα χέρια της… «άυλης μορφής»! Μέχρι να τελειώσει η ταινία, παραλίγο να συναντήσει και τη δική μου ψυχή!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Μετά τον Καβάφη, τον Θεοτοκόπουλο, τον Βαρβάκη και τον Καζαντζάκη, ο Γιάννης Σμαραγδής απογειώνει το είδος της ιστορικής βιογραφίας με ένα θέαμα που ξεπερνά κάθε προηγούμενο του… τίποτα! Δεν πρέπει να το δεις για να το πιστέψεις (εγώ χρειάστηκε να το παρακολουθήσω δύο φορές, είμαι και επαγγελματίας και βιτσιόζος)! Και, ναι, ακούγεται κι εδώ ατάκα με… φως και σκοτάδι!


MORE REVIEWS

Η ΕΣΧΑΤΗ ΤΩΝ ΠΟΙΝΩΝ

Σε ένα κοντινό μέλλον, στο Λος Άντζελες, ένας αστυνομικός ντετέκτιβ κατηγορείται για τη δολοφονία της συζύγου του και κρίνεται από μία δικαστή… A.I., με διορία 90 λεπτών για ν’ αποδείξει την αθωότητά του, διαφορετικά… οδηγείται προς εκτέλεση!

ΦΡΟΥ-ΦΡΟΥ Ο ΣΚΑΝΔΑΛΙΑΡΗΣ

Όταν ο ξυλουργός Φλόριαν Έντερ επιστρέφει από το Μόναχο στο χωριό του, προκειμένου να βοηθήσει την τοπική κοινότητα ενόψει επικείμενης γιορτής, ο Φρου-Φρου φοβάται πως η εγκατάστασή τους εκεί θα γίνει μόνιμη. Δηλαδή, πολλοί μπελάδες εν όψει…

ΚΑΡΛΑ

Γερμανία, 1962. Δωδεκάχρονη επισκέπτεται γραφείο δικαστή καταγγέλλοντας τον πατέρα της για σεξουαλική κακοποίηση. Ο έμπειρος δικαστικός φαίνεται να την πιστεύει. Το πρόβλημα, όμως, είναι πως δύσκολα μπορεί να στοιχειοθετηθεί μια τέτοια υπόθεση.

ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ

Όταν ο καλύτερος φίλος της, ο Κάι, φυλακίζεται από τη βασίλισσα του χιονιού, η μικρή Γκέρντα ξεκινά επικίνδυνο ταξίδι προς τον βορρά, προκειμένου να τον ελευθερώσει.

ΑΜΝΕΤ

Ο Γουίλιαμ θα συναντήσει την Άγκνες και θα ερωτευθούν με την πρώτη ματιά. Λογοδοσμένοι, παρά την άρνηση αμφότερων των συγγενικών τους προσώπων, θα παντρευτούν, θα γίνουν γονείς και θα ζήσουν μια μεγάλη τραγωδία, η οποία θα τον εμπνεύσει να γράψει ένα θεατρικό έργο: τον «Άμλετ».