Ο ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ ΜΟΥ ΤΡΕΛΑΘΗΚΕ (2024)
(JAMAIS SANS MON PSY)
- ΕΙΔΟΣ: Κωμωδία
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αρνό Λεμόρ
- ΚΑΣΤ: Κριστιάν Κλαβιέ, Μπατίστ Λεκαπλέν, Κλερ Σιστ, Κριστιανά Ρεαλί, Ραγιάν Μπενσετί, Λοράν Μπατό
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 91'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ
Κλασάτος ψυχίατρος κατορθώνει ν’ απαλλαγεί από αυτοκτονικό, ενοχλητικό πελάτη του, πείθοντάς τον πως το γιατρικό στην περίπτωσή του είναι η αναζήτηση του αληθινού έρωτα. Εκείνος ακολουθεί τη συμβουλή του, αλλά έναν χρόνο αργότερα εμφανίζεται στην πολυτελή του έπαυλη ως… μελλοντικός γαμπρός του!
Το κινηματογραφικό συμπέρασμα στο οποίο έχω καταλήξει τις περισσότερες φορές, και στο οποίο κατέληξα εκ νέου (αφού είδα το «Ο Ψυχίατρός μου Τρελάθηκε») είναι το εξής: ό,τι και να κάνουν, όσο κι αν προσπαθούν, οι Γάλλοι δεν το έχουν με τίποτα στο χοντροκομμένο χιούμορ. Μα, με τίποτα!
Από τη στιγμή που ο Κριστιάν Κλαβιέ έπιασε την καλή με το «Θεέ μου, Τι σου Κάναμε;» (2014), εμφανίζεται σε όλες τις ταινίες του υποδυόμενος περίπου τον ίδιο χαρακτήρα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Στην προκειμένη, ο μεσιέ Μπερανζέ είναι ξανά μανά ο γκρινιάρης, καλοβαλμένος μεσήλικας, ο οποίος άπαξ και συνειδητοποιεί ότι η πολυαγαπημένη του κόρη κουβαλάει για γαμπρό στην παραλίμνια πολυτελή τους σπιταρόνα έναν τύπο που έκανε αμάν για να τον ξεφορτωθεί από το ιατρείο του, βάζει μπρος χίλιους δόλιους τρόπους ώστε να τον ξεφορτωθεί εκ νέου. Το γεγονός πως η αιτία της οικογενειακής μάζωξης είναι η τριακονταετής επέτειος του γάμου του (για την οποία έχει καλέσει πολλούς και διάφορους), διόλου πτοεί τον καλό ψυχαναλυτή. Αντιθέτως, του ανοίγει την όρεξη για περισσότερες «πλάκες».
Σε σχέση με το «Θεέ μου», τούτο διαθέτει μια τεράστια διαφορά (#sarcasm). Εκεί υπήρχαν τέσσερις κόρες (και ισάριθμοι γαμπροί), ενώ εδώ μόλις μία! Ο σκηνοθέτης και γραφιάς Αρνό Λεμόρ (του… αξέχαστου «Διακοπές στην Ίμπιζα») δεν έχει κανένα πρόβλημα να οικειοποιηθεί τη «χρυσή» συνταγή του προαναφερθέντος tricolore franchise, διανθίζοντάς την με έντονα στοιχεία από την «αμερικανιά» του «Γαμπρού της Συμφοράς» (2000). Το δεύτερο δεδομένο αυξάνει τα προϋπάρχοντα και σοβαρότατα προβλήματα, μιας κι αφενός το όλο σαμποτάρισμα της σχέσης της κόρης ξεκινά από μια συνθήκη απέχθειας εκ μέρους ντόκτορ Μπερανζέ προς τον γαμπρό του (η οποία ουδέποτε αιτιολογείται…), αφετέρου τα κόλπα που σκαρφίζεται για να τον στείλει από εκεί που ήρθε είναι για να σε οδηγούν κατευθείαν στον… ψυχίατρο! Ο συνδυασμός των τραβηγμένων από τα μαλλιά τεχνασμάτων εκδίωξης του ανεπιθύμητου μουσαφίρη, με τη σταθερή ανικανότητα εκτέλεσης ενός (έστω) πετυχημένου αστείου, δημιουργούν μια απέλπιδα κατάσταση δυσφορίας που μόνο κωμωδία δεν θυμίζει.
Η φοβία του συναισθηματικά ασταθούς Νταμιέν για τα πουλιά χρησιμοποιείται μ’ έναν τρόπο που θα έκανε τον Άλφρεντ Χίτσκοκ να βγει από τον τάφο του και να τους πάρει όλους στο κυνήγι, το κάλεσμα σε πρώην της κόρης (μήπως και ξυπνήσει παλαιά αισθήματα και αντίστοιχες ζήλιες) στρώνει το χαλί για ένα αδιανόητο… χάλι υποπλοκής, με δήθεν ανάπηρους και χιούμορ που ακόμα και ερασιτεχνικό μπουλούκι ατάλαντων φίλων της υποκριτικής θα απέρριπτε, ενώ η διάθεση για μη πολιτικά ορθές καταστάσεις κορυφώνεται με την «απαραίτητη» σεκάνς εμετού και την αλά «Κάτι Τρέχει με την Μαίρη» (1998) παρουσία νεαρού ΑμεΑ που έχει φάει κόλλημα με την δεσποινίδα Αλίς. Η δε εμφάνιση ενός μυστήριου θεραπευτή – σαμάνου, ο οποίος έχει αναλάβει το κουράρισμα της μαντάμ Μπερανζέ (και των φιλενάδων της…), σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι για πολλά πράγματα που σχετίζονται με τη διαδικασία συγγραφής σεναρίων. Το που ακριβώς θα καταλήξει όλη αυτή η αλυσίδα παρεξηγήσεων είναι εξαρχής ηλίου φαεινότερο, το αυτό και το πόσο αγέλαστη θα είναι. Κάθε gag και καημός, κάθε καημός και δάκρυ. Ο ψυχίατρος «τρελάθηκε», ο θεατής υποφέρει.
