IN THE LOST LANDS (2025)
- ΕΙΔΟΣ: Περιπέτεια Φαντασίας
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Πολ Γ. Σ. Άντερσον
- ΚΑΣΤ: Μίλα Γιόβοβιτς, Ντέιβ Μπαουτίστα, Άρλι Τζόβερ, Αμάρα Οκερέκε, Φρέιζερ Τζέιμς
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 101'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ
Σ’ ένα δυστοπικό μέλλον όπου οι πολιτείες των ανθρώπων έχουν χαθεί, υπάρχει ένα βασίλειο παραδομένο στον θρησκευτικό παροξυσμό και στο κυνήγι μαγισσών. Η πιο ισχυρή των τελευταίων, η Γκρέι Άλις, που υπόσχεται να πραγματοποιεί κάθε επιθυμία θνητού με το αζημίωτο, δέχεται την πρόκληση της βασίλισσας να ταξιδέψει μέχρι τους Χαμένους Τόπους για να της φέρει μια shapeshifting δύναμη που ποθεί να κάνει δική της.
Έχουν υπάρξει και χειρότεροι σκηνοθέτες από τον Πολ Γ. Σ. Άντερσον, του «Event Horizon» και του «Resident Evil» franchise (Ούβε Μπολ, που χάθηκες;). Συνεπής στο genre του φανταστικού, επιστρέφει εδώ με όχημα μια short story του Τζορτζ Ρ. Ρ. Μάρτιν, μέρος της σχετικής ανθολογίας των «Amazons», που πρωτοστάτησαν στο να τοποθετήσουν ως κεντρικούς ήρωες γυναίκες, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές του ‘80. Το ομώνυμο «In the Lost Lands» ζωντανεύει στη μεγάλη οθόνη με αισθητική άποψη κομίστικων καταβολών, σίγουρα τραβά την προσοχή οπτικά, ενώ ο πήχης που βάζει, να μοιάσει με κάτι σαν το «Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής» (2015) meets… λεονικό γουέστερν, είναι και θρασύς και άπιαστος! Αλλά δεν ναυαγεί κιόλας…
Το πρώτο μέρος του φιλμ εκπλήσσει ευχάριστα, και για το σύμπαν που δημιουργεί και με τις παρουσίες των δύο πρωταγωνιστών (ειδικά ο Ντέιβ Μπαουτίστα, με τη στιβαρή φυσιογνωμία του και το ενδυματολογικό που παραπέμπει αμέσως σε Άγρια Δύση), οι οποίοι εξυπηρετούν ακριβώς αυτά που απαιτούν οι ρόλοι τους. Από ένα σημείο κι έπειτα, η μάγισσα και ο συνοδός – κυνηγός που έχει προσλάβει για προστασία ξεκινούν το ταξίδι τους στις πλέον επικίνδυνες περιοχές, όπου λίγοι άνθρωποι τολμούν να διασχίσουν ή κατάφεραν να βγουν ζωντανοί, έχοντας στο κατόπι τους την παράφρονα ηγέτιδα μιας θρησκευτικής αίρεσης μαζί με τους στρατευμένους φανατικούς πιστούς της.
Ο Άντερσον διαχειρίζεται την κάθε «στάση» των ηρώων του σε διάφορα σημεία του χάρτη σαν πίστα video game, με σεκάνς καταδιώξεων και μονομαχιών που κάνουν μια χαρά δουλειά, τουλάχιστον μέχρι το σημείο των απέναντι γκρεμών και της διαλυμένης γέφυρας (όντως εντυπωσιακή σε δράση σκηνή), αλλά καθώς η ιστορία γίνεται όλο και πιο ισχνή στην πορεία, όλες οι υπόλοιπες δοκιμασίες τους σχεδόν «βαλτώνουν» το έργο αντί να το εξελίσσουν. Γίνεται μια κάποια απόπειρα κορύφωσης με το twist του φινάλε, στον τελικό τόπο προορισμού των δύο ηρώων, όμως, η αφήγηση έχει «ξεφουσκώσει» αρκετά για να σηκώσει ξανά το «In the Lost Lands».
