ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΝΤΙΚΟΥΛΗ (2025)
(HVIS INGEN GÅR I FELLA)
- ΕΙΔΟΣ: Οικογενειακή Κωμωδία
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Χένρικ Μάρτιν Νταλσμπάκεν
- ΚΑΣΤ: Παλ Σβέρε Χάγκεν, Σάρα Κοράμι, Φλο Φάγκερλι, Βέγκαρντ Στραντ Έιντε, Γιον Οϊγκάρντεν
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 80'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER
Η γαλήνη οικογένειας ποντικών, που εδώ και χρόνια έχουν εγκατασταθεί σε όμορφη εξοχική οικία, διαταράσσεται από την άφιξη οικογένειας… ανθρώπων, οι οποίοι καταφθάνουν εκεί για να περάσουν τις μέρες των Χριστουγέννων.
Ο Αλφ Πρόισεν ήταν ένα πολυπράγμων Νορβηγός συγγραφέας, ποιητής, αρθρογράφος, συνθέτης και μουσικός, ο οποίος χάρη στο έργο που άφησε πίσω του θεωρείται ένας εκ των πλέον σημαντικών εκπροσώπων του πολιτισμού της σκανδιναβικής χώρας. Το τραγούδι με τίτλο «Musevisa» (σε ελεύθερη μετάφραση «Το Τραγούδι των Ποντικιών»), το οποίο έγραψε το 1946 βασισμένος σε μια παραδοσιακή μελωδία της πατρίδας του, αποτελεί (πλέον) αναπόσπαστο κομμάτι της νορβηγικής χριστουγεννιάτικης παράδοσης. Πάνω στη στιχουργική πλοκή αυτού στηρίζεται το φιλμ «Χριστούγεννα με τον Ποντικούλη», ο αυθεντικός τίτλος του οποίου (κάτι σαν «Αν Κανείς δεν Πέσει στην Παγίδα») βρίσκεται πολύ κοντά, τόσο στους στίχους του προαναφερθέντος τραγουδιού, όσο… και σε όσα συμβαίνουν στην κινηματογραφική αφήγησή του.
Μια τετραμελής οικογένεια ποντικών ζει εδώ και αρκετό καιρό σ’ ένα μεγάλο, έρημο σπίτι στην εξοχή. Περνούν τις μέρες τους όμορφα κι ωραία, μιας και από φαγητό ξετρυπώνουν άφθονο, ενώ με τα Χριστούγεννα να βρίσκονται προ των πυλών ανυπομονούν για μια ζεστή και χαρούμενη οικογενειακή γιορτή. Η άφιξη, εν τούτοις, μιας ισάριθμων μελών ανθρώπινης οικογένειας διαταράσσει την ειδυλλιακή ηρεμία τους. Έχοντας κληρονομήσει το σπίτι από τη θεία τους, ο πατέρας, η μητέρα και τα δύο παιδιά τους σκοπεύουν να περάσουν εκεί τις διακοπές των εορτών. Η εξέλιξη αυτή δεν αρέσει καθόλου στα ποντίκια, καθώς οι προηγούμενες εμπειρίες τους με τους ανθρώπους τούς έχουν διδάξει πως η συνύπαρξη μαζί τους είναι αδύνατη. Δίχως να χάνουν χρόνο, τα τέσσερα τρωκτικά καταστρώνουν σχέδιο διωγμού των ανεπιθύμητων δίποδων επισκεπτών, πλην όμως, οι τελευταίοι δεν δείχνουν διάθεση να κάτσουν με σταυρωμένα χέρια. Η φιλία που αναπτύσσει ο μικρός γιος με έναν εκ των ποντικών, αλλά και η άφιξη τετραπέρατου εξολοθρευτή παρασίτων, περιπλέκουν τα πράγματα.
Μοιάζοντας με συνδυασμό από το «Μόνος στο Σπίτι» (1990) και το «Οι Δύο Ατσίδες και το Πονηρό Ποντίκι» (1997), και συνταιριάζοντας live action με animation, το φιλμ λειτουργεί σαν οικογενειακή ταινία δράσης η οποία χρησιμοποιεί το χριστουγεννιάτικο περιβάλλον ως πρόσχημα, προκειμένου να δώσει στις (άφθονες) slapstick καταστάσεις έναν τόνο εορταστικής ζεστασιάς. Αντιστρέφει ελαφρώς την πραγματικότητα, αντιμετωπίζοντας όχι τα ποντίκια αλλά τους ανθρώπους ως εισβολείς, ποντάροντας σε μια συνεχόμενη αλληλουχία σκηνών όπου παγίδες και βρώμικα κόλπα στήνονται εκατέρωθεν, μπας και τελικά καταφέρουν να απαλλαγούν οι μεν από τους δε. Η «ανθρωπομορφοποίηση» της (animated) ποντικοοικογένειας ακολουθεί τα γνωστά μονοπάτια ανάλογων αμερικανικών και ευρωπαϊκών παραγωγών, αναδεικνύοντας συναισθήματα, ικανότητες και στόχους που ενδεχομένως κάθε… ανθρώπινη οικογένεια θα ζήλευε.
Καθώς (πολύ γρήγορα) τα Χριστούγεννα ως εορτή μπαίνουν σε δεύτερο πλάνο (μέχρι που… ξεχνιούνται εντελώς!), ένεκα των πολλών ευφάνταστων (ή μη) χιουμοριστικών παγίδων (από marshmallow που χρησιμοποιούνται σαν… σφαίρες, μέχρι laser ανιχνευτών κίνησης!), ο «Ποντικούλης» δείχνει πως ως μοναδικό του στόχο έχει την ψυχαγωγία του ανήλικου κοινού μονοψήφιας ηλικίας. Υπό αυτό το πρίσμα μάλλον τα καταφέρνει, καθώς ο γκαφατζίδικος ρυθμός δράσης είναι σχεδόν καταιγιστικός, αν και αφενός ως σύνολο το θέαμα μοιάζει περισσότερο με προϊόν κατασκευασμένο για την μεσημεριανή τηλεοπτική ζώνη, αφετέρου είμαι σίγουρος πως η συντριπτική πλειονότητα του ντόπιου κοινού (ανήλικου και… μη) θα προτιμούσε η ταινία να ήταν εξ ολοκλήρου animated.
