ΚΑΥΤΟ ΓΑΛΑ (2025)
(HOT MILK)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ρεμπέκα Λένκιεβιτς
- ΚΑΣΤ: Έμμα Μακί, Φιόνα Σο, Βίκι Κριπς, Βενσάν Περέζ, Πάτσι Φεράν, Βαγγέλης Μουρίκης, Νίκος Καρδώνης
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 93'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ROSEBUD.21
Αναζητώντας εναλλακτικής μορφής θεραπεία για την καθηλωμένη σε αναπηρικό αμαξίδιο μάνα της, εσωστρεφής κόρη γνωρίζεται με ελευθερίων ηθών ταξιδιώτισσα σε παραθαλάσσιο θέρετρο της Ισπανίας. Μπορεί να ξεφύγει από όσα την καταπιέζουν;
Γυρισμένο εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα (η οποία μοστράρεται για Ισπανία!), το σκηνοθετικό ντεμπούτο της σεναριογράφου Ρεμπέκα Λένκιεβιτς («Ida», «Colette», «Κάποια Μίλησε») είναι λες και βάλθηκε να βαδίσει στα βήματα της ντόπιας, σύγχρονης κινηματογραφίας, μιας και (παν)εύκολα το «Καυτό Γάλα» θα μπορούσε ν’ αποτελεί… ελληνική ταινία (με την κακή έννοια)! Ως βασικός λόγος για τούτη τη σκέψη στέκει η αδιαφορία της Λένκιεβιτς για οποιασδήποτε μορφής σεναριακή πλοκή, που σε συνδυασμό με την εν γένει κατατονική διάθεση του φιλμ καταλήγει να θυμίζει δεκάδες δικές μας παραγωγές, οι οποίες βασίζονται πάνω στο ακριβώς παρόμοιο μοτίβο της… πλήξης.
Βασισμένο στο φερώνυμο βιβλίο της συγγραφέως Ντέμπορα Λέβι, το «Καυτό Γάλα» διαδραματίζεται σε άκρως καλοκαιρινό φόντο, συστήνοντας την Ρόουζ και την κόρη της, Σοφία, οι οποίες έχουν φτάσει στα νότια της Ισπανίας προκειμένου να επισκεφθούν τη new age κλινική του Δρα Γκόμεζ. Εξαρχής, φαίνεται πως οι αναμεταξύ τους σχέσεις είναι κάθε άλλο παρά αρμονικές, καθώς η Σοφία έχει παρατήσει τις σπουδές της ώστε να την φροντίζει, με τον (άσχημο) χωρισμό της Ρόουζ από τον Έλληνα σύζυγό της χρόνια πριν να έχει επηρεάσει αμφότερες, ανοίγοντας τραύματα που πασχίζουν να επουλωθούν. Από τη στιγμή που στη ζωή της Σοφία εισέρχεται η μυστηριώδης Ίνγκριντ, η παραμονή της στο θέρετρο αρχίζει ν’ αποκτά μια κάποια αξία για την ίδια, αν και το παρελθόν και των τριών (πλέον) γυναικών είναι τόσο προβληματικό που μοιάζει αδύνατον να καταφέρουν ν’ απαγκιστρωθούν απ’ αυτό.
Θυμίζοντας σε κάποιους τομείς την πρόσφατη «Χαμένη Κόρη» (προβληματική σχέση ανάμεσα σε μητέρα και κόρη, ελληνικό φόντο), το «Καυτό Γάλα» ακολουθεί μια παρόμοια πορεία… ναυαγίου. Η υπόνοια πως η αρρώστια της Ρόουζ (που της επιτρέπει, λέει, να περπατά μια-δυο φορές τον χρόνο!), δεν είναι σωματική αλλά ψυχολογική δημιουργεί μια επιπλέον ένταση ανάμεσα σ’ αυτήν και τη Σοφία, συνθήκη που κινείται στο πλαίσιο μισόλογων κι ακατανόητων αναγωγών σε πληγές των παιδικών χρόνων. Καθώς κίνητρα και στόχοι δεν αποσαφηνίζονται, μένοντας να χάσκουν μέσα σε μια αλληλουχία ασύνδετων σκηνών, οι εκρήξεις απογοήτευσης και θυμού της πολύπαθης κόρης φαντάζουν εντελώς τυχαίες, αφού η Λένκιεβιτς ποτέ δεν μπαίνει στον κόπο ν’ ασχοληθεί στα σοβαρά με τον χαρακτήρα της. Άπαξ της έναρξης του λεσβιακού ειδυλλίου, δε, τα πράγματα γίνονται σαφώς χειρότερα.
Το αρχικό στήσιμο της ερωτικής σχέσης μου άφησε υπόνοιες για το κατά πόσο όλα αυτά αποτελούν (ίσως) προϊόν της φαντασίας της Σοφία (με ότι αυτό συνεπάγεται και για την άρρωστη μητέρα της). Η γρήγορη και οριστική κατάρρευση του συγκεκριμένου συλλογισμού (μου) κάνει τη λεσβιακή υποπλοκή να υπάρχει μόνο και μόνο επειδή… έτσι γράφει το σενάριο, μιας και δεν υπάρχει τίποτα ικανό να υποστηρίξει μια τέτοια εξέλιξη. Η πλήρης αδιαφορία της Σοφία στην εξομολόγηση της Ίνγκριντ, σχετικά με εγκληματική παρελθούσα πράξη της, με έκανε ν’ αναρωτηθώ ποιος άνθρωπος δεν θα ρωτούσε δυο-τρία σχετικά πράγματα όταν ο σύντροφος του τού ξεφουρνίζει κάτι τέτοιο…
Ο ανεπιστρεπτί εκτροχιασμός της ταινίας υπογραμμίζεται από την καρικατούρα μυστικισμού του Δρα Γκόμεζ, επιταχύνεται από το ταξίδι αστραπή της Σοφία στην Αθήνα (σε μία εντελώς άτσαλη προσπάθεια επανασύνδεσης με τον πατέρα της) και ολοκληρώνεται με το αδιανόητο φινάλε, που αφενός δεν ολοκληρώνει το φιλμ, αφετέρου δίνει άξαφνα μια άσχετη θριλερική νότα στο εγχείρημα. Η τελική πράξη κάθαρσης μετατρέπεται σε αξιολύπητη προσπάθεια δημιουργίας σοκ, αποτυγχάνοντας παταγωδώς σε οτιδήποτε κι αν στόχευε. Κάπως έτσι, η προσπάθεια εξερεύνησης μιας πολυσύνθετης σχέσης μητέρας και κόρης ξεκινά από την αδιαφορία για να καταλήξει… στον τραγέλαφο.
