ΣΑΝ ΑΔΕΡΦΙΑ (2025)
(HOMEBOUND)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νεεράζ Γκαϊγουάν
- ΚΑΣΤ: Ισχάαν Κατέρ, Βισχάλ Γέτουα, Γιανβί Καπούρ, Χαρσίκα Παρμάρ, Νταντχί Ρ. Πααντέι, Σαλίνι Βάτσα
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 119'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: AMA FILMS
Δύο φίλοι από φτωχικές οικογένειες της ινδικής επαρχίας δίνουν εξετάσεις για να προσληφθούν στην Αστυνομία. Όταν μόνο ο ένας εκ των δύο γίνει δεκτός, η φιλία τους θα κλονιστεί.
Σε περίπτωση που πιστεύετε πως ο σύγχρονος ινδικός κινηματογράφος αποτελείται αποκλειστικά και μόνο από τρίωρα μουσικοχορευτικά έπη με φουλ των χρωμάτων και των κάθε λογής αισθηματικών μπερδεμάτων, τότε το «Σαν Αδέρφια» θα σας αλλάξει τη γνώμη. Ασφαλώς και πρόκειται για καθαρόαιμο λαϊκό σινεμά, πλην όμως η ρεαλιστική σεναριακή του βάση είναι τέτοια που το φέρνει κοντά όχι στο καθαρόαιμο Bollywood και τον Βιτόρια ντε Σίκα, αλλά… στα δακρύβρεχτα μελοδράματα του ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του ’60. Τόσο πολύ μάλιστα, που σε κάποια στιγμή πίστεψα πως ο Νίκος Ξανθόπουλος, ο Στέφανος Στρατηγός και ο Λαυρέντης Διανέλλος θα κάνουν ένα μικρό πέρασμα! Το γεγονός αυτό δημιούργησε (σε έμενα τουλάχιστον) συνθήκη ταύτισης, καθώς το στόρι (με όλες τις αναγκαίες από την εντοπιότητα διαφορές) θα μπορούσε εύκολα να είναι ένα προσχέδιο της… Κλακ Φιλμ. Και δεν το λέω για κακό αυτό!
Οι δύο κολλητοί φίλοι Σοαΐμπ και Κουμάρ νιώθουν ως οι παρίες της χώρας τους, μιας και ο πρώτος είναι μουσουλμανικής καταγωγής, ο δε δεύτερος ανήκει στην ποταπή κάστα των Νταλίτ. Η επιτυχία στις εξετάσεις της Αστυνομίας δεν θα βελτιώσει μόνο το οικογενειακό βιοτικό τους επίπεδο (ο ένας έχει πατέρα ανήμπορο να εργαστεί, ο οποίος χρήζει εγχείρησης, ο άλλος διαμένει σε ετοιμόρροπη καλύβα), αλλά θα τους προσδώσει πρωτίστως κύρος και περηφάνια, μιας και στις εσχατιές της Ινδίας όπου ζουν αυτά είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που μετράνε. Η αποτυχία του Σοαΐμπ έναντι του Κουμάρ δημιουργεί συνθήκες ζήλιας και σύγκρουσης αναμεταξύ τους, αναγκάζοντας αμφότερους να κινηθούν σε εντελώς διαφορετικούς δρόμους, τόσο στον επαγγελματικό, όσο και στον αισθηματικό τομέα. Ο μουσουλμάνος Σοαΐμπ συνεχίζει να εισπράττει την χλεύη αντιμετωπίζοντας δυσκολίες εργασιακής αποδοχής παρά τις αναντίρρητες ικανότητές του, ενώ ο Κουμάρ δείχνει να αποτινάσσει τη «βρωμιά» του Νταλίτ που κουβαλά πάνω του, αφού εν όψει αστυνομικής καριέρας του ανοίγεται ο δρόμος των σπουδών και του έρωτα. Τουλάχιστον μέχρι να εμφανιστεί η πανδημία του COVID και οι ισορροπίες (σε όλους τους τομείς) να διαταραχτούν.
Βασισμένο σε άρθρο Ινδού δημοσιογράφου που δημοσιεύτηκε στους New York Times το 2020, το φιλμ προσφέρει μία διεισδυτική ματιά στον άγνωστο (ειδικά για τη Δύση) κόσμο του ινδικού περιθωρίου, ασκώντας κριτική στις διακρίσεις κάστας και θρησκείας. Η ματιά του, αν και εύστοχη, αποκτά ενίοτε στοιχεία κοινωνικού μανιφέστου (όπως στη σκηνή της τηλεοπτικής παρακολούθησης του αγώνα cricket), πλησιάζοντας τον διδακτισμό υπό μορφή κηρύγματος. Ως εκ τούτου, οι δύο βασικοί ήρωες λειτουργούν περισσότερο ως σύμβολα των μειονοτήτων στις οποίες ανήκουν, καθώς έχουν επιφορτιστεί από το στόρι ν’ αναδείξουν κάθε προσβολή που έχουν υπομείνει στην άδικη τούτη ζωή, δίνοντας στην «Οδύσσειά» τους ένα ύφος παραβολής.
Όλα αυτά, εν τούτοις, διαθέτουν μία αφηγηματική πειθαρχία κι έναν δυτικής κοπής ρεαλισμό, αποφεύγοντας ολοκληρωτικά τις μπολιγουντιανές «kitsch» εξάρσεις. Πιθανότατα να έπαιξε ρόλο η εμπλοκή του Μάρτιν Σκορσέζε, ο οποίος εκτός από χρέη παραγωγού της ταινίας, πρόσφερε τα φώτα του σε σενάριο και μοντάζ. Η επανάληψη του καταστασιακού μίας ένθεν και ένθεν ανισότητας δεν αποφεύγεται, όμως, στον σεναριακό πυρήνα κρύβεται μια αυθεντική ηθογραφική ιστορία (προσαρμοσμένη στη σύγχρονη εποχή), περιέχοντας όλες τις προβλεπόμενες μελοδραματικές διακυμάνσεις. Η αλά road movie κλιμάκωση του φινάλε ενισχύει την συνθήκη αυτή, στοχεύοντας κατευθείαν στη χαρμολύπη της συγκίνησης. Βέβαια, το ίδιο (περίπου) έκαναν και οι δικοί μας… «Απόκληροι της Κοινωνίας». Μόνο που εκείνοι οι δόλιοι ήταν χαμένοι από χέρι. Δεν έπαιζαν και σε κοτζάμ Κάννες…
