FreeCinema

Follow us

HOLY MOTORS (2012)

  • ΕΙΔΟΣ: Σουρεαλιστική Κωμωδία
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Λεός Καράξ
  • ΚΑΣΤ: Ντενί Λαβάν, Εντίτ Σκομπ, Εύα Μέντες, Κάιλι Μινόγκ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 115’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: STRADA FILMS

Ένας άνδρας ξυπνά, είναι έτοιμος για τη δουλειά, μπαίνει σε μια λιμουζίνα και κάθε φορά που βγαίνει από αυτήν… είναι ένας άλλος άνθρωπος!

Εικόνες δευτερολέπτων, που παραπέμπουν στα ιστορικά, πρώτα καρέ κινούμενης εικόνας, εμφανίζονται εμβόλιμα στους τίτλους αρχής του «Holy Motors». Οι θεατές μιας κατάμεστης κινηματογραφικής αίθουσας κοιμούνται. Βαθιά. Κανένας ήχος από την ταινία που παίζει δεν είναι ικανός να τους βγάλει από το λήθαργο (του σινεμά σήμερα;). Ο πρωταγωνιστής (ο Καράξ σε ένα εύστοχο cameo) του φιλμ μέσα στο φιλμ (;) σηκώνεται από το κρεβάτι του, ανιχνεύει την ταπετσαρία του τοίχου, βρίσκει μια κρυμμένη τρύπα και εφαρμόζει σε αυτήν το μεσαίο, μεταλλικό του «δάχτυλο», με τον τρόπο που θα χρησιμοποιούσε ένα κλειδί. Μια πόρτα ανοίγει από το πουθενά. Προχωρά, για να βρεθεί μέσα στην ίδια κινηματογραφική αίθουσα, στον άδειο της εξώστη, μ’ ένα μωρό και κάτι σκυλιά να κατηφορίζουν το διάδρομο στην πλατεία. Μια εικόνα σχεδόν ταρκοφσκική, ενός κοριτσιού που χαζεύει πίσω από ένα παράθυρο και ένα οικοδόμημα φουτουριστικού μοντερνισμού, σαν από ταινία του Τατί, μάλλον, μας μεταφέρουν στην πραγματική δράση του δικού «μας» φιλμ. Ένας καταιγισμός συμβόλων, αναφορών, σκέψεων και ιδεών που προσφέρονται για πολλαπλές αναλύσεις. Το «Holy Motors» σου έχει δηλώσει το ρόλο της ύπαρξής του ως ταινίας. Από ‘δω και πέρα, το ακολουθείς ή εγκαταλείπεις τα όπλα και χάνεσαι άσχημα στη διαδρομή.

Ο ήρωας, πιθανότατα τραπεζίτης, μεγαλοαστός και οικογενειάρχης, μπαίνει στην τεράστια λευκή λιμουζίνα του και εξέρχεται αυτής σαν… ηλικιωμένη, ζητιάνα μετανάστρια! Είναι μόλις ένας από τους πολλαπλούς ρόλους που θα υποδυθεί ως το τέλος της μέρας, ακολουθώντας ένα ημερήσιο schedule που ποτέ δε θα μάθουμε από ποιον και γιατί του ανατίθεται. Ακολουθεί η πρώτη σκηνή «μίμησης» της σεξουαλικής πράξης με στολές motion capture που έχει καταγραφεί στην ιστορία του σινεμά (ένα σχόλιο στους fake οργασμούς του κινηματογραφικού ερωτισμού;), η κάθοδος ενός κλοσάρ στα έγκατα του Παρισιού, που θα τον βγάλει σ’ ένα νεκροταφείο… χορηγών και website διευθύνσεων (για να χλευάσει και ο ταλαίπωρος μαρκετίστας), η απαγωγή ενός μοντέλου που πρέπει να απαρνηθεί την προβολή της γυναικείας ομορφιάς, η αγγαρεία ενός πατέρα που πρέπει να μαζέψει την κόρη του από ένα εφηβικό party, ένα… μουσικό διάλειμμα (!) και κάμποσες ακόμη βινιέτες εκκεντρικής ή σουρεαλιστικής δράσης, που επιτρέπουν στον Ντενί Λαβάν ν’ αλλάξει συνολικά έντεκα ταυτότητες με την άνεση ενός ταχυδακτυλουργού.

Σχεδόν κάθε «ιστορία» του ήρωα αντιπροσωπεύει διαφορετικά κινηματογραφικά είδη, σε υποχρεώνει να κοιτάξεις πίσω, στην Ιστορία του σινεμά, και να μαντέψεις με τι μπορεί να παίζει κάθε φορά ο Καράξ, ο οποίος ενορχηστρώνει μια μεταφορική τραγωδία για το ανθρώπινο είδος και την Έβδομη Τέχνη, χωρίς να ξέρει, ακόμη και ο ίδιος, ποιο είναι το νόημα ή πώς μπορεί να ολοκληρώνονται (ή να ανακυκλώνονται) όλα αυτά. Όπως μαρτυρά και η εμβόλιμη σεκάνς ενός απογυμνωμένου από τη χολιγουντιανή φινέτσα «μιούζικαλ», στο οποίο η Κάιλι Μινόγκ τραγουδά το… «Who Were We?»!

Σε μια εποχή εκτροχιασμένη, από κάθε άποψη, ο Καράξ κάνει πραγματικότητα το πιο τρελό του «όνειρο» – σπουδή υπαρξισμού στο σινεμά, σπάει πλάκα με τα είδη, το θεατή και, ακόμη πιο έντονα, τον κριτικό (υπήρξε κάποτε κι αυτό) της Τέχνης την οποία υπηρετεί κι ο ίδιος, στέλνει τον κινηματογράφο για «ύπνο» (αντί της «χειμερίας νάρκης» στην οποία βρίσκεται στην πραγματικότητα) και αφήνει το μέλλον της ανθρωπότητας στα χέρια των δυνάμεων (;) που ορίζουν την κούρσα αυτής της λευκής λιμουζίνας, της ζωής και των ρόλων της. Τη μέρα που πέρασε. Την επόμενη μέρα. Για πάντα. Η Εντίτ Σκομπ θα βγει από το «κουκούλι» προστασίας του χαρακτήρα της σοφέρ που υποδύθηκε, θα φορέσει ξανά εκείνη τη μάσκα, λες και είχαμε μείνει από πάντα στο 1960 (μια στιγμή απόλυτης συγκίνησης για τους πιο φανατικούς εραστές του σινεμά), και θα μας καληνυχτίσει για να επιστρέψει στο σπίτι της. Αμήν.

Εικόνες δευτερολέπτων, που παραπέμπουν στα ιστορικά, πρώτα καρέ κινούμενης εικόνας, εμφανίζονται εμβόλιμα στους τίτλους αρχής του «Holy Motors». Οι θεατές μιας κατάμεστης κινηματογραφικής αίθουσας… τον έχουν πάρει! Βαθιά. Είναι μια μελλοντική πρόβλεψη για τη μοίρα του κοινού που θα δοκιμάσει (ή θα κάνει το λάθος…) να εισχωρήσει στη – δίχως καμία συνοχή – αφηγηματική «ανταρσία» του Καράξ; Ο ίδιος ο σκηνοθέτης σηκώνεται από ένα κρεβάτι, ανιχνεύει την ταπετσαρία του διπλανού τοίχου, βρίσκει μια κρυμμένη τρύπα και εφαρμόζει σε αυτήν το μεσαίο, μεταλλικό του «δάχτυλο», με τον τρόπο που θα χρησιμοποιούσε ένα κλειδί. Η πόρτα που ανοίγει τον οδηγεί στην αρχική αίθουσα, όπου οι θεατές ακόμη κοιμούνται και ένα μωρό διασχίζει γυμνό το διάδρομο της πλατείας, ακολουθούμενο από κάτι σκυλιά (ε;). Υπάρχει μεγάλη μερίδα του αποκαλούμενου «σινεφίλ» (the humanity!) κοινού, η οποία, ήδη, θα έχει καρφωθεί εκστατικά στην οθόνη, αναλύοντας πιθανούς «κώδικες» και αναφορές στο κινηματογραφικό παρελθόν. Αν δεν ταυτιστείς με αυτή την ιδέα στο πρώτο πεντάλεπτο, φύγε τρέχοντας!

Ποτέ δε θα μάθουμε από πού έρχεται και πού πηγαίνει ο κεντρικός ήρωας του φιλμ, ο οποίος ξυπνά σαν τραπεζίτης, μεγαλοαστός και οικογενειάρχης (υποθετικά, πάντοτε), μπαίνει σε μια τεράστια λευκή λιμουζίνα για να πάει στη δουλειά του και εξέρχεται αυτής σαν… ηλικιωμένη, ζητιάνα μετανάστρια! Ως το τέλος της μέρας, θα έχει υποδυθεί έντεκα ρόλους (ο Ντενί Λαβάν ως υπόδειγμα χαμαιλέοντα, ουχί, όμως, και υποκριτικής, χρησιμοποιεί γκροτέσκα – ως επί το πλείστον – προσωπεία δίχως την παραμικρή έγνοια εμβάθυνσης) που δείχνουν σα να του έχουν ανατεθεί, από την αρχή ως την τελευταία στιγμή του φιλμ. Κομπάρσος σε στολή motion capture, κλοσάρ… Νεάντερταλ, μικροαστός γονέας, κακοποιό στοιχείο σε αποστολή να σκοτώσει τον… εαυτό του και άλλα πολλά παράλογα, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο του «σουρεαλιστικού» για να ενοχλούν λιγότερο…

Με κάθε ρόλο του Λαβάν, μια αντίστοιχη «ιστορία» αντιπροσωπεύει και τις φιλμικές εμμονές του Καράξ, ο οποίος ενορχηστρώνει μια μεταφορική τραγωδία για το ανθρώπινο είδος και την Έβδομη Τέχνη (υποθέτουμε, έτσι;), χωρίς να ξέρει, ακόμη και ο ίδιος, ποιο είναι το νόημα ή πώς μπορεί να ολοκληρώνονται (ή να ανακυκλώνονται) όλα αυτά! Δυστυχώς, το «μοντέρνο» σινεμά των αναφορών μας πηγαίνει, απλά, πίσω στις αναζητήσεις του σινεμά της δεκαετίας του ’70 (για να μην πάμε λίγο πιο πίσω και πιάσουμε και τον Γκοντάρ…), εποχής κατά την οποία το ευρωπαϊκό σινεμά δοκίμασε τα όρια της αναρχίας στην αφήγηση, που απείχαν προκλητικά από την κατηγοριοποίηση του σπονδυλωτού. Μπορεί ο Καράξ να αντιλαμβάνεται το «Holy Motors» σαν ένα ελευθέριο παιχνίδι – homage στα κινηματογραφικά είδη, με στοιχεία που φτάνουν μέχρι και το μιούζικαλ, όμως, το να αναμασάς το «Sweet Movie» (1974) του Μακαβέγεφ με δήθεν σινεφιλικά άλλοθι δε σε καθιστά και Μεσσία ενός σύγχρονου υπερβατισμού στη μεγάλη οθόνη.

Σε μια περίοδο παρακμής ιδεών και κοινωνικού εκτροχιασμού για την Ευρώπη, η ταινία του Καράξ μοιάζει με το παντεσπάνι του πλέον ξιπασμένου – εστέτ «σινεφίλ», που δε συνειδητοποιεί τις ανάγκες του πραγματικού κινηματογραφικού θεατή σήμερα. Είναι μια πένθιμη τελετή για το σινεμά και το μέλλον της ανθρωπότητας ή ένα κακό ανέκδοτο που καμουφλάρει την ουσιαστική του χλεύη προς το θάνατο της κινηματογραφικής κριτικής; Σε αφορά αυτός ο «προβληματισμός», ώστε να τα σκάσεις ρεαλιστικότατα σε ένα ταμείο, για να βιώσεις τούτη την ασυναρτησία, που άλλοι θα σου πλασάρουν για αριστούργημα και ποίηση, αλλά, πιθανότατα, θα σε εξοργίσει; Στο φινάλε, η Εντίτ Σκομπ βάζει εκείνη τη μάσκα, για να σου θυμίσει τον Φρανζί, μπας και συγκινηθείς. Γιατί τον ήξερες τον Φρανζί και στο χωριό σου, έτσι;


MORE REVIEWS

Η ΦΩΛΙΑ

Υπερφιλόδοξος entrepreneur ζητά από την οικογένειά του να μετακομίσουν στην πατρίδα του, την Αγγλία, για να κυνηγήσει μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία. Στα ξαφνικά, θα βρεθούν να κατοικούν σε εξοχική έπαυλη και υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με την κρίση να τους πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΦΩΤΙΑ

Έχοντας εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του, ο Άμαντορ αιφνιδιάζει τους κατοίκους του χωριού του, βγαίνοντας από τη φυλακή πριν από την ώρα του. Επιστρέφοντας στο σπίτι της γηραιάς μητέρας του, θα αντιμετωπίσει μονάχα την ψυχρότητα αυτής της μικρής κοινωνίας που δεν θέλει να σχετίζεται με έναν εμπρηστή.

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

Χάνοντας τους γονείς της από επιδημία χολέρας, η δεκάχρονη Μέρι αφήνει την Ινδία της δεκαετίας του ’50, ώστε να ζήσει στην έπαυλη του θείου της, στο Γιόρκσαϊρ της Αγγλίας. Εκεί θ’ ανακαλύψει τα πολλά κρυμμένα μυστικά του σπιτιού και θα δώσει νέα πνοή στο «μαραμένο» περίγυρο της.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΑΣ

Δεκαπέντε χρόνια μετά τις σοβαρότατες απώλειες του Δευτέρου Παγκοσμίου, μια γυναίκα θα έρθει και πάλι αντιμέτωπη με το εφιαλτικό παρελθόν, όταν πιστέψει πως ο γείτονάς της είναι ο αξιωματικός των SS που την είχε κακοποιήσει βάναυσα λίγο πριν το τέλος του μεγάλου πολέμου.

ANTEBELLUM: Η ΕΚΛΕΚΤΗ

Οι ζωές μιας μαύρης σκλάβας σε βαμβακοφυτεία του Νότου στον 19ο αιώνα και μιας μαύρης κοινωνιολόγου και διακεκριμένης συγγραφέως στο παρόν πρόκειται να συναντηθούν με έναν (ελαφρώς) αναπάντεχο τρόπο.