Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗ (2026)
(HER PRIVATE HELL)
- ΕΙΔΟΣ: Θρίλερ
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν
- ΚΑΣΤ: Σόφι Θάτσερ, Τσαρλς Μέλτον, Χαβάνα Ρόουζ Λιού, Ντούγκρεϊ Σκοτ, Κριστίν Φρόσεθ, Σιολί Κουτσούνα, Ντιέγκο Κάλβα, Πάρκερ Σόγερς, Χιντετόσι Νισιτζίμα
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 109'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: THE FILM GROUP
Ένας Αμερικανός στρατιώτης, κυριευμένος από την απόγνωση, ψάχνει τη μικρή του κόρη, πεπεισμένος πως βρίσκεται παγιδευμένη στην Κόλαση. Μια νεαρή κι ανερχόμενη star καταρρέει υπό το βάρος μιας βαθιάς προδοσίας από τον πατέρας της. Δυο υπνωτιστικοί κόσμοι φαντασίας και βίας συναντιούνται σε μια φουτουριστική μητρόπολη βουτηγμένη στην ομίχλη και το neon.
Δέκα χρόνια (!) μετά το «The Neon Demon», έργο το οποίο λάτρεψα κυριολεκτικά (και δεν το μετανιώνω καθόλου), ο Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν επιστρέφει στο σινεμά κι έρχεται αντιμέτωπος με… τη δική του Κόλαση (όπως ίσως θα έπρεπε να είναι ο τίτλος τούτης της ταινίας). «Η Δική της Κόλαση» είναι μία εντελώς προσωπική του υπόθεση που δύσκολα μπορεί να «ερμηνευτεί» από τους θεατές ή την κριτική, γι’ αυτό και πρόκειται να αποξενώσει. Ολοκληρωτικά.
Εδώ δεν μιλάμε απλά για «layers» πλοκής με «clues» που βοηθούν (ή όχι) να μπεις στο περιεχόμενο του φιλμ, αλλά για διαφορετικά σύμπαντα δράσης, ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φανταστικό, τα οποία τέμνονται σε μία άδοξη απόπειρα να συναντηθούν και να γίνουν «ένα», χωρίς ποτέ να γίνεται αντιληπτή η ιδέα αυτής της πρόθεσης. Ο βασικός κορμός του story περιστρέφεται γύρω από τη νεαρή πρωταγωνίστρια ενός fantasy b-movie, τη σχέση της με τον πατέρα και τη μητριά της και την απειλητική παρουσία του «Leather Man», μιας σκοτεινής μορφής η οποία «αναδύεται» μέσα από την ομίχλη που περιβάλλει το φουτουριστικό τοπίο της πόλης και δολοφονεί γυναίκες ξεσκίζοντας τα κορμιά τους στα δύο με τα ίδια του τα χέρια. Παράλληλα, σε μια γειτονιά της υπό αμερικανική κατοχή Ιαπωνίας του Μεταπολέμου, ένας στρατιώτης κινείται στο αφιλόξενο περιβάλλον της πόλης σαν σε ρόλο ντετέκτιβ, ελπίζοντας να βρει τη χαμένη του κόρη που ίσως έχει ήδη πέσει θύμα ενός serial killer.
Προσθέτοντας πλάνα από τη sci-fi ταινία… μέσα στην ταινία, σ’ ένα décor που ενίοτε συναντά (και) τα εφιαλτικά όνειρα της ηρωίδας, ο Ρεφν λογαριάζεται με το δικό του «είναι» και (προφανώς) με τις σχέσεις που έχει με τις δυο του κόρες, έχοντας βιώσει μία έννοια της Κόλασης εξαιτίας της (κυριολεκτικής) εμπειρίας θανάτου που είχε πριν από λίγα χρόνια, με ένα εντελώς απελευθερωμένο από αφηγηματικές φόρμες ύφος, που θα μπορούσε να παρομοιαστεί και με τις λιντσικές μανιέρες του αφηρημένου και του σουρεαλιστικού, κρατώντας όμως τη δική του στιλιστική υπερηφάνεια και την έφεση στην ωμή βία.
Παρακολουθώντας τη «Δική της Κόλαση» (τίτλος εμπνευσμένος από ένα βρετανικό exploitation ερωτισμού του 1968) δεν κατόρθωσα να «ξεκλειδώσω» τα μυστικά που ενώνουν αυτό το κομψότατο χάος φιλμικής αφήγησης, όμως, σκεφτόμουν διαρκώς το «Φεγγάρι στον Υπόνομο» (1983) του Ζαν-Ζακ Μπενέξ, ένα έργο σαφώς αδικημένο στην εποχή του και ατυχώς λησμονημένο μέχρι σήμερα, όχι με την αισθητική της δεκαετίας του ’80, αλλά «μεταλλαγμένο» μέσα από την οπτική ενός σκηνοθέτη του σήμερα, όπως ο Μπερτράν Μαντικό. Θεωρώ πως αυτή είναι η ιδανικότερη παρομοίωση για τούτη την ταινία του Ρεφν, η οποία διαθέτει σκόρπια κομμάτια από μνήμες της δικής του φιλμογραφίας, που δημιουργούν ένα είδος «ανθολόγιου» των δικών του εμμονών και εσωτερικών δαιμόνων.
Σαν ένα είδος προσωπικής του «εξομολόγησης», «Η Δική της Κόλαση» ουσιαστικά εκφράζει μια βουβή θλίψη από τον Ρεφν, που σχεδόν δεν επιδιώκει να επικοινωνηθεί με τον έξω κόσμο. Είναι μία ιδιαίτερα τολμηρή (κινηματογραφική) πρόταση, που από εμένα είναι σεβαστή (μέχρι ενός σημείου), καθώς εδώ και δεκαετίες θεωρώ πως έχω κάνει καλύτερη «επαφή» με το έργο του.
