ΑΜΝΕΤ (2025)
(HAMNET)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κλόι Τζάο
- ΚΑΣΤ: Τζέσι Μπάκλεϊ, Πολ Μεσκάλ, Τζέιμς Λίντερν, Έφι Λίνεν, Ζακ Γουίσαρτ, Έβα Γουίσαρτ, Τζο Άλγουιν, Τζαστίν Μίτσελ, Έμιλι Γουότσον, Μπόντι Ρέι Μπρέθνακ, Ντέιβιντ Γουίλμοτ, Φρέγια Χάναν-Μιλς, Έλιοτ Μπάξτερ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 125'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER
Ο Γουίλιαμ θα συναντήσει την Άγκνες και θα ερωτευθούν με την πρώτη ματιά. Λογοδοσμένοι, παρά την άρνηση αμφότερων των συγγενικών τους προσώπων, θα παντρευτούν, θα γίνουν γονείς και θα ζήσουν μια μεγάλη τραγωδία, η οποία θα τον εμπνεύσει να γράψει ένα θεατρικό έργο: τον «Άμλετ».
Το «Άμνετ» είναι ένα έργο μνήμης. Από εκείνα που ο χρόνος σέβεται. Δεν χρειάζεται να προβλέψουμε τη διαχρονική του αξία. Την κερδίζει με το που ολοκληρώνεται η προβολή του σε μία κινηματογραφική αίθουσα, καθώς σκουπίζεις τα υγρά σου μάτια και η ανάσα σου βρίσκει ξανά τον κανονικό ρυθμό της. Είσαι, πια, «θεραπευμένος». Σαν εξαγνισμένος. Για να επιστρέψεις στην αληθινή ζωή.
Μια γυναίκα αναπαύεται κουλουριασμένη στις ρίζες ενός γέρικου δέντρου, στο δάσος. Δίπλα της, ένα κενό που λες και οδηγεί στα βάθη της γης. Ο ουρανός απλώνεται ψηλά, μέσα από τις φυλλωσιές. Είναι ένας ανθρώπινος χαρακτήρας που μοιάζει να γέννησε η ίδια η Φύση. Ανήκει σ’ αυτήν, μ’ έναν μυστηριακό τρόπο. Ένα μικρό γεράκι προσγειώνεται στο χέρι της για να τραφεί. Ακόμη μία επισήμανση, ότι η Άγκνες έχει μία διαφορετική σχέση με το φυσικό περιβάλλον, ένα είδος «διαισθητικής» ικανότητας που της επιτρέπει να επικοινωνεί με αυτό.
Ένας άνδρας διδάσκει λατινικά σε μια τάξη παιδιών. Αντικρίζει από το παράθυρο την Άγκνες. Αυτή η άγνωστη γυναίκα του τραβά το ενδιαφέρον, προκαλεί μια δυνατή έλξη που τον κάνει να βγει έξω και να την αναζητήσει. Δεν θα του πει το όνομά της. Ο Γουίλιαμ της απαντά πως όταν φιληθούν θα το μάθει. Ενώνουν τα χέρια τους κι εκείνη πιέζει το δικό του με τον αντίχειρά της, σαν να «διαβάζει» την ψυχή του. Φιλιούνται. Και του λέει το όνομά της.
Βρισκόμαστε στα τέλη του 16ου αιώνα, στην ελισαβετιανή Αγγλία και μόλις παρακολουθήσαμε τα πρώτα σκιρτήματα μιας αυθεντικά ρομαντικής ιστορίας, του έρωτα του Γουίλιαμ Σαίξπηρ για την Άγκνες (ιστορικά τεκμηριωμένη ως Άννα Χάθαγουεϊ). Παρά τα εμπόδια που έθεταν αμφότερες οι οικογένειές τους, ο Γουίλιαμ και η Άγκνες παντρεύονται, ζουν αρμονικά με τα τρία τους παιδιά, όμως, η μονότονη καθημερινότητα στην επαρχία και οι πατρικές υποχρεώσεις εγκλωβίζουν τραυματικά τη δημιουργική σκέψη του Σαίξπηρ, ο οποίος βρίσκει (με τη συγκατάθεση της συζύγου του) ένα ελπιδοφόρο καταφύγιο στο Λονδίνο, ώστε να εξερευνήσει (με την ελευθερία που απαιτούσε) την κλίση του στο γράψιμο, υποσχόμενος στην Άγκνες ένα καινούργιο, δικό τους σπίτι στην πόλη. Ιδέα που πάντα την τρομοκρατούσε, καθώς θα την υποχρέωνε να εγκαταλείψει τη «μητέρα» γη (της), θέτοντας επίσης πιθανούς κινδύνους για την ευαίσθητη υγεία της μικρής τους κόρης.
Το «Άμνετ» ουσιαστικά αποτελεί ένα έργο ιστορικής μυθοπλασίας: πρόσωπα και γεγονότα είναι πραγματικά, όμως, η ίδια η πλοκή και οι σχέσεις των χαρακτήρων έχουν επινοηθεί, πρωτίστως από τη συγγραφέα του ομώνυμου βιβλίου, Μάγκι Ο’Φάρελ, και κατόπιν με τη συνεργασία της Κλόι Τζάο για την σεναριακή διασκευή του φιλμ. Όπως συνέβαινε και με την οσκαρική «Χώρα των Νομάδων» (2020), η Τζάο ξαναβρίσκει εδώ (μετά το «διάλλειμα» – φιάσκο του «Eternals») τα στοιχεία που δείχνουν να την απασχολούν εντονότερα στο σινεμά (ο νατουραλισμός και μία σχεδόν ασαφής αίσθηση κενού), μαζί και το έδαφος για να τα εξυψώσει σε ανώτατο βαθμό. Η Φύση αντιπροσωπεύει την αλήθεια της Άγκνες, δίπλα στο βασανιστικό κενό της αναζήτησης της έκφρασης μέσω της Τέχνης για τον Γουίλιαμ.
Η σχέση αυτών των δύο επικοινωνεί λυτρωτικά μέσα από τον θάνατο, συναντώντας αυτό το «κατάμαυρο» και άγνωστο void, το οποίο ενεργοποιεί με πραγματικό πόνο (εκείνον της ανθρώπινης απώλειας) τη δημιουργική σπίθα γραφής του Σαίξπηρ, για να καταλήξει στην ολοκλήρωση του «Άμλετ», ενός έργου – «μνημόσυνου», που στη μεγάλη οθόνη «ζωντανεύει» μπροστά στα μάτια μας με τρόπο συγκλονιστικό κι απόλυτα καθαρτικό.
Το «Άμνετ» αποτελεί έργο μνημειώδους σημασίας για τη σχέση παραστατικών τεχνών και αληθινής ζωής, μία «πλάγια» συνάντηση του μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης, εκεί όπου η αγάπη για τη ζωή ηττάται από το αναπόφευκτο του θανάτου και το κενό ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο γεφυρώνεται μέσω της «πλαστής» μυθοπλασίας, που με τη βοήθεια της Τέχνης βρίσκει θαλπωρή, συγχώρεση και λύτρωση στη μνήμη.
Όσα φέρνει η ζωή, με την ίδια ευκολία (μας) τα παίρνει, ανά πάσα στιγμή. Αναπνέουμε, περπατάμε και μιλάμε, χαμογελάμε, συμφωνούμε ή διαφωνούμε, αγαπάμε, τείνουμε να ξεχνάμε πως δεν είμαστε αήττητοι και παντοτινοί. Αφού συναντήσουμε την «πύλη» που (μας) οδηγεί στο μεγάλο «κενό», (θα) κατοικούμε ξεχασμένοι εκεί, στο πέρασμα του χρόνου. Τι μένει αιώνιο, τελικά; Η Τέχνη, όταν καταφέρνει να αγγίξει τη μνήμη, τέμνοντας κι ενώνοντας μαζί την αλήθεια με το ψέμα. Αυτή την ιδέα υπηρετεί ουσιαστικά το «Άμνετ» της Τζάο, με την τελική σεκάνς να σκίζει την καρδιά του θεατή, καθώς η Άγκνες αποδέχεται πια το πένθος της και το αποχαιρετά στης λήθης το σκοτάδι, με τον Άμνετ να χάνεται στο μονοδιάστατα πλαστό «κενό» ενός θεατρικού σκηνικού (που διόλου τυχαία απεικονίζει τη Φύση). «Τα υπόλοιπα είναι σιωπή»…
