GOOD LUCK, HAVE FUN, DON’T DIE (2026)
- ΕΙΔΟΣ: Αλληγορική Σάτιρα Φαντασίας
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γκορ Βερμπίνσκι
- ΚΑΣΤ: Σαμ Ρόκγουελ, Χέιλι Λου Ρίτσαρντσον, Τζούνο Τεμπλ, Μάικλ Πένια, Ζάζι Μπιτς, Άρτι Γουίλκινσον-Χαντ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 134'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER
Αυτοαποκαλούμενος «Άνθρωπος από το Μέλλον» μπουκάρει σε diner στο Λος Άντζελες ζωσμένος με εκρηκτικά και προσπαθεί να «στρατολογήσει» ομάδα αγνώστων μεταξύ τους, οι οποίοι θα τον συντροφεύσουν σε αποστολή σωτηρίας της ανθρωπότητας από… την τεχνολογία!
Ο ίδιος ο Γκορ Βερμπίνσκι δήλωσε πως εμπνεύστηκε από τις ταινίες «Repo Man» (1984), «Σκυλίσια Μέρα» (1975) και «Akira» (1988) για να δημιουργήσει το «Good Luck, Have Fun, Don’t Die». Αν ρωτάς κι εμένα, νομίζω πως ο… διακαής του πόθος ήταν να «παίξει» σ’ ένα level τύπου «Τα Πάντα Όλα» (2022), μ’ ένα touch από «Εξολοθρευτή» (1984) αλλά και «Men, Women & Children» (2014). Είναι παράτολμο και (μαζί) εύκολα παρεξηγήσιμο αυτό που στήνει και πρέπει να του αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι (σίγουρα) δεν τρώει τα μούτρα του.
Ένας ρακένδυτος psycho μπαίνει σ’ ένα diner και βιώνει ένα είδος «Μέρας της Μαρμότας», προσπαθώντας να επιλέξει μία διαφορετική σε σύνθεση ομάδα συντρόφων / αγωνιστών, έχοντας πια γνώση από τις προηγούμενες φορές που τον οδήγησαν σε θανάσιμες αποτυχίες, μπας και καταφέρουν να σώσουν τον κόσμο από την καταστροφή. Εκείνος ξέρει πως το σήμερα ευθύνεται για τον ερχομό μιας καταστροφικής Αποκάλυψης διότι… έρχεται από το μέλλον! Για την ακρίβεια, η ευθύνη βαραίνει τον εθισμό στην… τεχνολογία. Την «ύπνωση» εθισμού στα κινητά τηλέφωνα και την επικίνδυνα αυξανόμενη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης που (στο κοντινό μέλλον) θα μετατρέψει την ανθρωπότητα σε μια σκλαβωμένη μάζα δίχως ίχνος βούλησης, είτε για να διεκδικήσει ξανά την εξουσία… της ύπαρξης, είτε για να βρει διεξόδους φυγής… προς την πραγματικότητα.
Η ταινία αντιμετωπίζει την ανθρώπινη παρακμή του «right here, right now» με ανελέητα βιτριολικό χιούμορ, καθώς αναλύει το background του κάθε χαρακτήρα σε μορφή «σπονδυλωτών» κεφαλαίων, τα οποία κρύβουν μέχρι και κομμάτια ενός «puzzle» αλληλεπίδρασης μεταξύ τους, σε σχέση με τα δρώμενα που θα ακολουθήσουν της εξόδου της ομάδας από το diner, για να προχωρήσουν στην αναζήτηση της «ρίζας του κακού»: το ανθρώπινο μυαλό που «μετέδωσε» τον καταστροφικό «ιό» στην pop κουλτούρα, για να γιγαντωθεί στο μέλλον και να «καταπιεί» το γήινο σύμπαν.
Η δράση μπορεί να παρομοιαστεί με πίστες ενός χαοτικού (μα πανέξυπνου) video game όπου το στοιχείου του σουρεαλισμού καλπάζει (αποθέωση η υπερμεγέθης γάτα με σώμα που αποτελείται από άπειρα γατάκια και κατασπαράζει ανθρώπους… ξερνώντας pixels!), η σατιρική στόχευση είναι πραγματικά ευφυής, όμως, όλη αυτή η εχθρότητα απέναντι στους τρόπους που ο κόσμος χρησιμοποιεί τα τεχνολογικά επιτεύγματα στην καθημερινότητά του προκαλεί κι ένα κάποιο ποσοστό αμφισβήτησης των σκοπών του έργου, το οποίο φλερτάρει επικίνδυνα με τον συντηρητισμό και τον διδακτισμό.
Η κατακλείδα του έργου στοιχίζει κάπως και ίσως «προσγειώνει» ανώμαλα το «Good Luck, Have Fun, Don’t Die», καθώς η φοβίες του Βερμπίνσκι (και του σεναριογράφου Μάθιου Ρόμπινσον) να οδηγηθεί το φινάλε προς ένα «happy end» ίσως ανέτρεπαν τα θυμωμένα «meta» χαρακτηριστικά του project. Ναι, εντάξει, θα προτιμούσα κάτι πιο μηδενιστικό για το τέλος, μα σίγουρα όχι την αναποφασιστικότητα των δημιουργών του φιλμ που στρέφονται (ξανά μανά…) προς την ασφαλή «λύση» ενός déjà-vu, για να μας πουν πως το πεπρωμένο αυτού του κόσμου ανήκει (και θα είναι παντοτινά εγκλωβισμένο) σε μία ατελέσφορη «ανακύκλωση» βιωμάτων.
