GOAT: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ (2026)
(GOAT)
- ΕΙΔΟΣ: Animation
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ταϊρί Ντίλιχεϊ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 100'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD
Κοντό κι αδύνατο κατσικάκι ονειρεύεται τη στιγμή που θα γίνει αστέρας του… roarball, παίζοντας για την ομάδα της πόλης του, την οποία υποστηρίζει από μικρός. Θα σκοράρει ή θα ταπωθεί;
Έβαλα κάμποση φαντασία και σκέφτηκα πως η φάση εξελίχθηκε κάπως έτσι. Το αφεντικό της SONY μπήκε φουριόζο στην αίθουσα συσκέψεων λέγοντας σε όσους ήταν μαζεμένοι εκεί: «Βαρέθηκα να διαβάζω δεξιά κι αριστερά άρθρα και αναλύσεις για το αν ο GOAT είναι ο Μάικλ Τζόρνταν ή ο ΛεΜπρόν Τζέιμς. Γιατί δεν κάνουμε εμείς μια ταινία όπου ο GOAT θα είναι ένα… goat και να λύσουμε μια κι έξω το ζήτημα;». «Και πως θα μάθουμε σ’ ένα κατσίκι να παίζει basket, κύριε Διευθυντά;», ρώτησε ο χαβαλεδιάρης της παρέας. «Θα την γυρίσουμε σε animation», απάντησε με στόμφο ο big boss. Ήταν τέτοια η χαρά που πήραν όλοι τους από τη σπουδαία ιδέα την ημέρας εκείνης, που από τα πολλά πανηγύρια μάλλον πίστεψαν πως η δουλειά είχε κιόλας ολοκληρωθεί. Με αυτά και με τα άλλα, το φιλμ «GOAT» αντί να καρφώνει… βελάζει.
Το αποτέλεσμα δείχνει σαν οι χαρτογιακάδες του studio να πήραν τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης, ζητώντας να τους δώσει έναν αθλητικού πλαισίου συνδυασμό από «Ζωούπολη» (2016) και «Τραγούδα!» (2016), και ο A.I. αλγόριθμος να έβγαλε για αποτέλεσμα… το «GOAT». Κεντρικός χαρακτήρας είναι το κατσικάκι ο Γουίλ, ο οποίος κρατώντας από μικρός μια μπάλα στα χέρια του κάνει όνειρα μεγάλα να γίνει αστέρας του roarball (επί της ουσίας πρόκειται για basketball, με τη διαφορά ότι το «άθλημα» είναι πολύ πιο άγριο σε όλα του τα επίπεδα). Ατυχώς, όμως, το… κατσικίδιο (sic) είναι μικρό, ενώ όλοι οι παίχτουρες του roarball είναι «μεγάλοι», καθώς το sport είναι φτιαγμένο για τους ρινόκερους, τα άλογα και τις αρκούδες αυτού του κόσμου και όχι για τα κατσίκια. Όταν χάρη σε συνδυασμό τύχης και σύμπτωσης ο Γουίλ καλείται να φορέσει τη φανέλα των Thorns και ν’ αγωνιστεί πλάι στην πάνθηρα Τζετ Φίλμορ (είδωλό του από την παιδική του ηλικία και θρύλος του αθλήματος), ζει το όνειρό του. Το πρόβλημα είναι πως η Τζετ βρίσκεται στη δύση της καριέρας της και, επιτέλους, θέλει απεγνωσμένα να κατακτήσει το… Nύχι του πρωταθλητή, μη βλέποντας πως ένα μικροσκοπικό κατσίκι μπορεί ν’ αποτελέσει σημαντική προσθήκη στο roster της ομάδας.
Το πασίγνωστο μοτίβο του outsider που αργά και μεθοδικά καταφέρνει να κερδίσει την εκτίμηση όσων τον είχαν υποτιμήσει, δικαιώνοντας εκείνους που τον συμβούλευαν να έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και να μην πτοείται από τις (πολλές) κατραπακιές που θα του τύχουν, επαναλαμβάνεται για νιοστή φορά, πλην όμως, με τρόπο που καταδεικνύει έλλειψη σοβαρής έμπνευσης και εκτέλεση που ελλοχεύει άφθονο… πονοκέφαλο. Τα παιχνίδια του roarball λαμβάνουν χώρα σε γήπεδα-παγίδες, τα οποία μπορεί να κρύβουν στα court τους από λάβα μέχρι πάγους (!), εκτυλίσσονται με ταχύτητα που πλησιάζει εκείνη του φωτός, είναι θορυβώδη λες κι αποτελούν κάποιου είδους απάντηση στο WWF, ενώ το μοντάζ τους είναι σαν άτυπος διαγωνισμός για τα περισσότερα δυνατά cut. Διαβάζοντας στα ονόματα των παραγωγών του φιλμ (αλλά και στο original voice casting!) εκείνο του Στέφεν Κάρι, αντιλαμβάνεται κανείς πως σημαντικό μέρος της πλοκής έχει βασιστεί στην αμφιβολία με την οποία ο ίδιος αντιμετωπίστηκε στην αρχή της καριέρας του στο NBA και που δεν βασιζόταν στην όποια ανυπαρξία ταλέντου, αλλά στην ισχνή σωματοδομή του. Το απλούστατο αυτό σκεπτικό μπολιάστηκε μ’ εκείνο του… goat που έχει τα φόντα να γίνει «GOAT» και αφού σύσσωμο το υποθετικό meeting της πρώτης παραγράφου κατέληξε εξίσου υποθετικά να βλέπει αποσπάσματα από την περίφημη σεκάνς basket του «Catwoman» (2004) στο YouTube, προέκυψε «Ο Δρόμος προς την Κορυφή». Ούτε καν «Προς τη Δόξα», δηλαδή (για να έκανε ένα πέρασμα και ο Νίκος Σαφέρης).
