ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΕΙ ΑΥΤΗ Η ΦΥΣΗ (2025)
(GEU JAYEONI NEGE MWORAGO HANI)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Χονγκ Σανγκ-Σου
- ΚΑΣΤ: Χα Σονγκ-Γκουκ, Κουόν Χάε-Χίο, Τσο Γιούν-Χι, Κανγκ Σο-Γι, Παρκ Μι-Σο
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 108'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: AMA FILMS
Μια μέρα με φαΐ, πιοτό και μουχαμπέτι σ’ ένα σπίτι κάπου στην Κορέα.
Ο Κορεάτης auteur Χονγκ Σανγκ-Σου πραγματοποίησε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο το 1996 με την ταινία «Daijiga Umule Pajinnal» (στα αγγλικά «The Day a Pig Fell Into the Well»). Έκτοτε, έχει ολοκληρώσει συνολικά… τριάντα τέσσερα φιλμ (!), με τούτο να αποτελεί το τριακοστό τρίτο της καριέρας του (το υπ’ αριθμόν τριάντα τέσσερα, με αγγλικό τίτλο «At the Middle of Life», είναι ήδη έτοιμο ώστε να κάνει πρεμιέρα στο επικείμενο φεστιβάλ Βερολίνου, όπως κατά κανόνα συμβαίνει με τις ταινίες του συγκεκριμένου σκηνοθέτη). Ίσως να σας ακούγεται κάπως μεγάλος ο αριθμός, όμως, σύμφωνα με αυτά που εγώ διαπίστωσα (εκ νέου και… ξανά) από το «Τι σου Λέει Αυτή η Φύση», μόνο τέτοιος δεν είναι. Ο Χονγκ Σανγκ-Σου θα μπορούσε να γυρίζει ταινίες σαν και δαύτη… κάθε εβδομάδα, περιδιαβαίνοντας με ποικιλία και άνεση τις ανά τον κόσμο φεστιβαλικές διοργανώσεις και τινάζοντας την μπάνκα των βραβείων στον αέρα!
Ο βασικός λόγος για την ανωτέρω θεώρηση είναι πως δεν χρειάζονται και πολλά-πολλά για «ταινίες» αυτού του στυλ. Στην προκειμένη, αρκούν μια κάμερα, μια χούφτα ηθοποιών… αλλά ας σταματήσω την αντιγραφή, διότι αυτά τα έχω γράψει ξανά και ξανά για τον Κορεάτη auteur! Και επειδή σε κάθε περίπτωση θα ήθελα να είμαι δίκαιος μαζί του, δεν γίνεται να μην επισημάνω δύο μικρές διαφορές με τα προηγούμενα, που (κάπως) κάνουν τούτη τη «Φύση» να δείχνει ελάχιστα πιο… βιώσιμη. Η πρώτη βασίζεται σε μια γενική θεώρηση των πραγμάτων: κατά την τελευταία δεκαετία ο πολυβραβευμένος σκηνοθέτης το πήγαινε σκοινί κορδόνι να εμφανίζει δυο-δυο τις ταινίες του κάθε χρόνο. Το 2025 έκανε την… έκπληξη, περιοριζόμενος σε μία και μοναδική, γεγονός που ίσως να έπαιξε κάποιο ρόλο στην τόσο δα μικρή βελτίωση του αποτελέσματος. Η δεύτερη (όχι ακριβώς κοσμογονική) διαφορά έχει να κάνει με την επιλογή η πλοκή σε τούτο να μην διαδραματίζεται σε δύο ή τρία διαμερίσματα (όπως στα παλιά), αλλά σε ένα! Αυτή η απλή τροποποίηση των συνθηκών σημαίνει πως το φιλμ δεν μοιάζει με «συρραφή» ανεξάρτητων, παντελώς αδιάφορων ιστοριών (ένεκα των χαρακτήρων που μπαινοβγαίνουν στην υπόθεση), αλλά υπάρχει μια σταθερή πεντάδα ηρώων οι οποίοι προσδίδουν μια κάποια σεναριακή συγκρότηση.
Τα «καλά» νέα, όμως, σταματούν εκεί. Το να περιμένει κάποιος από τον Χονγκ Σανγκ-Σου ν’ αλλάξει ολοκληρωτικά το ύφος του εν ονόματι μιας κάποιας ανανέωσης, μοιάζει με κορεάτικο ανέκδοτο του στυλ… λέμε και καμιά μαλακία για να περνά ή ώρα. Η φεστιβαλικώς προσοδοφόρα φάμπρικα που ο auteur έχει στήσει τριάντα χρόνια τώρα επαναλαμβάνεται σχεδόν tale quale, αν και για κάποιους μυστήριους λόγους εδώ έχει επιλεγεί μια ηθελημένη τεχνική «δηθενιάς», η οποία θέλει την εικόνα να εμφανίζεται συχνά πυκνά (λόγω… άποψης) θολωμένη. Με αφορμή, λοιπόν, την επίσκεψη νεαρής κοπέλας μετά του αγαπημένου της στο σπίτι των γονιών της, ο «δημιουργός» στήνει ξανά μανά σεκάνς με set διαλόγων (τους οποίους άνευ συγκεκριμένης αιτίας αριθμεί σε ξεχωριστά κεφάλαια) που αν δεν είναι εξολοκλήρου αυτοσχεδιαστικοί, σίγουρα μοιάζουν έτσι. Η ραχοκοκαλιά που διαπερνά όλα όσα λέγονται ανάμεσα σε ερωτευμένο ζεύγος, γονείς και έτερη κόρη, έχει να κάνει με την πρώτη γνωριμία των τριών μελών της οικογένειας με τον μελλοντικό γαμπρό (;) τους και την εντύπωση που τους αφήνει υπό το πρίσμα της ενασχόλησής του με την ποίηση, αλλά κυρίως την άρνησή του να δέχεται την οποιαδήποτε οικονομική βοήθεια από τον μεγαλοδικηγόρο πατέρα του, διατρανώνοντας με κάθε τρόπο την επιθυμία του για απογαλακτισμό από την πατρική στέγη.
Η συνθήκη αυτή δημιουργεί ένα minimum αφηγηματικής ροής και νοιαξίματος για το πως θα εξελιχθεί η ημερήσια επίσκεψη στο σπίτι στην εξοχή, θέτοντας ως βασικό μοχλό του σεναρίου το κατά πόσο ο «bohème» νεαρός θα γίνει αρεστός από τον μπαμπά, τη μαμά και την (άστατης συμπεριφοράς) αδελφή. Κατά το σύνηθες μοτίβο των ταινιών του σκηνοθέτη, σύσσωμο το καστ συζητά τα φλέγοντα ζητήματα που το απασχολούν εν μέσω φαγητού και άφθονου αλκοόλ (το δεύτερο, άλλωστε, έχει τη χρήσιμη ικανότητα να… λύνει τη γλώσσα), ενώ ασφαλώς και ένας εκ του καστ θα πιάσει σε μια στιγμή μια κιθάρα για να τη γρατζουνίσει, φιλοσοφώντας παράλληλα περί ανέμων και υδάτων. Μεταξύ τυρού και αχλαδίου, άλλωστε, κινούνται σταθερά τα πάντα στη «Φύση», είτε αναλύονται τα πλεονεκτήματα ενός καινούργιου αυτοκινήτου έναντι ενός μεταχειρισμένου, είτε επισημαίνεται η ομορφιά του ηλιοβασιλέματος καθώς ο γλυκές αχτίδες φωτός του απογεύματος λούζουν τον ορίζοντα στα πορτοκαλί. Κι αν αυτό το τελευταίο σας φαίνεται ποίηση της δεκάρας, περιμένετε ν’ ακούσετε τον επίδοξο γαμπρό – ποιητή ν’ απαγγέλει κάποια από τα στιχάκια του, στην (επίσης) ποιήτρια μέλλουσα πεθερά του. Φανφάρας θα λέτε και θα κλαίτε!
