ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΞΩ (2025)
(FUORI)
- ΕΙΔΟΣ: Βιογραφικό Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάριο Μαρτόνε
- ΚΑΣΤ: Βαλέρια Γκολίνο, Ματίλντα Ντε Άντζελις, Ελοντί Ντι Πατρίτζι, Κοράντο Φορτούνα, Φραντσέσκο Γκέγκι
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 117'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ROSEBUD.21
Ρώμη, 1980. Η συγγραφέας Γκολιάρντα Σαπιέντσα, απογοητευμένη από τις συνεχείς απορρίψεις του έργου της, βρίσκεται στη φυλακή για μικροκλοπή, όπου η απρόσμενη συνάντησή της με νεαρές συγκρατούμενες αλλάζει την πορεία της ζωής της.
Η Ιταλία στις αρχές της δεκαετίας του ’80 κινείται μέσα σε μια περίοδο πολιτικής κόπωσης. Οι δρόμοι κρατούν τον απόηχο των προηγούμενων συγκρούσεων, οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από την ανάγκη για σταθερότητα και οι άνθρωποι προσπαθούν να βρουν ρυθμό έπειτα από χρόνια έντασης. Η γυναικεία φυλακή όπου εκτυλίσσεται η ταινία ακολουθεί αυτή τη μετάβαση με τον δικό της τρόπο. Οι κρατούμενες σχηματίζουν έναν κύκλο ζωής που στηρίζεται στη συντροφικότητα, στη μικρή καθημερινή επινόηση και, κάποιες φορές, σε πράξεις φροντίδας. Το «Γυναίκες Έξω» ιχνογραφεί αυτές τις σχέσεις, αφήνοντας τις γυναίκες να διαμορφώσουν έναν χώρο που απλώνεται έξω από τα σίδερα.
Γνωρίζουμε τη Γκολιάρντα Σαπιέντσα σε αυτή την εποχή, έπειτα από μια διαδρομή γεμάτη δημιουργικές εξάρσεις και προσωπικές ανατροπές. Το μεγάλο της μυθιστόρημα, καρπός δέκα χρόνων επίμονης δουλειάς, συναντά διαδοχικές απορρίψεις από τους εκδοτικούς οίκους της Ιταλίας, με συνέπεια η οικονομική της κατάσταση να στενεύει, η καθημερινότητα να γίνεται ολοένα πιο απαιτητική και η μικροκλοπή που την οδηγεί στη Ρεμπίμπια να προκύπτει από αυτή τη συσσώρευση πίεσης. Η Ρεμπίμπια, η μεγαλύτερη γυναικεία φυλακή της Ρώμης, είναι ένας κόσμος με δικούς του κανόνες και ρυθμούς. Η είσοδος της Γκολιάρντα εκεί ανοίγει μια απρόβλεπτη σελίδα, καθώς κουβαλά την ωριμότητα μιας γυναίκας που έχει ζήσει πολλά και αναζητά νέο προσανατολισμό.
Η φυλακή ανοίγει μπροστά της έναν χώρο γεμάτο ενέργεια, με γυναίκες που μιλούν δυνατά, γελούν, θυμώνουν, ξαναρχίζουν μέσα στην ίδια μέρα. Η Γκολιάρντα παρακολουθεί αυτές τις κινήσεις και βρίσκει ρυθμό μέσα σε μια καθημερινότητα που στηρίζεται στη συντροφικότητα και στη μικρή πράξη που δίνει νόημα στην κάθε μέρα. Οι σχέσεις που σχηματίζονται εκεί αποκτούν δική τους δυναμική και μετακινούν τη Γκολιάρντα προς μια διαφορετική κατανόηση της ζωής της.
Η σχέση της Γκολιάρντα με τη Ρομπέρτα είναι το σημείο όπου η ταινία αρχίζει να πάλλεται. Οι δύο γυναίκες κινούνται με διαφορετικούς ρυθμούς, όμως, η κάμερα τις φωτογραφίζει κοντά χωρίς να τις εξημερώνει. Η Ρομπέρτα διαθέτει μια εσωτερική ενέργεια που διαπερνά κάθε σκηνή, ενώ η Γκολιάρντα, με τους χαμηλούς της τόνους, λειτουργεί ως σταθερό αφηγηματικό σημείο. Η ταινία παρακολουθεί τη σχέση τους με υπομονή, αφήνοντας τις αλλαγές στη φωνή και τον τρόπο με τον οποίο μοιράζονται τον χώρο να χτίσουν έναν δεσμό που συνεχίζεται και μετά, μέσα στο καυτό και υγρό καλοκαίρι της Ρώμης.
Ο Μάριο Μαρτόνε κινεί τα νήματα ήρεμα, αποφεύγοντας τις σημειολογικές εντάσεις και επιτρέποντας στις γυναίκες ν’ αναπτυχθούν μέσα στο κάδρο. Οι σκηνές χτίζονται με φυσικό ρυθμό, χωρίς βιασύνη, και ο φακός λειτουργεί ως άγρυπνος καταγραφέας των σωμάτων, των κινήσεών τους και του τρόπου με τον οποίο επηρεάζουν τον χώρο γύρω τους. Οι μεγάλοι χρόνοι παρατήρησης δημιουργούν μια αίσθηση συνέχειας, σαν η ταινία να παρακολουθεί έναν κόσμο που ήδη υπάρχει και απλώς αποκαλύπτεται. Η Ρώμη του 1980 εμφανίζεται χωρίς επιτήδευση, μέσα από φυσικούς χώρους που διατηρούν την υφή και την αλήθεια μιας αυθεντικής πραγματικότητας. Η αφήγηση στηρίζεται στην υπομονή και στη λεπτομέρεια, επιτρέποντας στις σχέσεις να διαμορφώσουν τη δραματουργική δομή της ταινίας.
Η Βαλέρια Γκολίνο προσεγγίζει τη Γκολιάρντα με πειθαρχημένη εσωστρέφεια, αποφεύγοντας τις εύκολες εντυπώσεις. Η παρουσία της στηρίζεται σε μικρές μετατοπίσεις, σ’ έναν τρόπο ομιλίας που κρατά χαμηλούς τόνους και σε μια υποκριτική δύναμη που αποτυπώνει την κόπωση και την επιμονή της ηρωίδας. Κινείται στο κάδρο με φυσικότητα, αφήνοντας τον χώρο να αναπνέει, καθιστώντας την ερμηνεία της τον απαραίτητο άξονα γύρω από τον οποίο οργανώνεται όλη η αφήγηση.
Κοντά στη Γκολιάρντα βρίσκεται η Ρομπέρτα, την οποία υποδύεται η Ντάρια Μαρτινέλι με αμεσότητα και ορμή, κουβαλώντας ωστόσο τις δικές της εξαρτήσεις και τις μικρές εκτροπές που ακτινοσκοπούν τον χαρακτήρα της. Η παρουσία της λειτουργεί ως αντιστιτικός πόλος στο χαμηλόφωνο προφίλ της Γκολιάρντα, υπογραμμίζοντας τη δυναμική της σχέσης τους. Μέσα από αυτή τη συνύπαρξη, η ταινία χτίζει τον κόσμο της με τρόπο που παραμένει πιστός στην καθημερινότητα των γυναικών που παρακολουθεί. Το αποτέλεσμα είναι ένα φιλμ που προχωρά με σταθερότητα, χωρίς εντάσεις, και καταγράφει τη διαδρομή μιας γυναίκας που αναγνωρίστηκε αργά, όπως συμβαίνει συχνά σ’ έναν κόσμο που μαθαίνει να τιμά τις φωνές του όταν πια έχουν σιγήσει.
