F1: Η ΤΑΙΝΙΑ (2025)
(F1: THE MOVIE)
- ΕΙΔΟΣ: Αθλητικό Δράμα Δράσης
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζόζεφ Κοσίνσκι
- ΚΑΣΤ: Μπραντ Πιτ, Ντάμσον Άιντρις, Χαβιέρ Μπαρδέμ, Κέρι Κόντον, Τομπάιας Μένζις, Κιμ Μπόντνια, Σάρα Νάιλς
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 155'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER
Βετεράνος στο τιμόνι, αλλά εξαφανισμένος από τις πίστες της Formula 1 για δεκαετίες εξαιτίας δυστυχήματος που κόντεψε να του στοιχίσει τη ζωή, μπαίνει ξανά στους αγώνες με εταιρική ομάδα που πρέπει να κερδίσει το τρόπαιο, διαφορετικά βάζει «λουκέτο». Δεν θα έχει να αντιμετωπίσει μονάχα τους αντιπάλους του στα γκάζια, αλλά κι έναν νεαρό συναθλητή του με attitude μεγάλης φίρμας.
Το σήμα της εταιρείας του Τζέρι Μπρουκχάιμερ στο ξεκίνημα του «F1» δίνει το στίγμα της ταινίας. Τύπου ‘90s αδρεναλίνη αρρενωπότητας, με σεναριακή φόρμουλα που δε σηκώνει ανανεωτικές «ανατροπές». Πάλιουρας εναντίον rookie. Βασικά και απλά πράγματα. Με πρωταγωνιστικό «όχημα» έναν μεστωμένο Μπραντ Πιτ που πλέον αποκτά αέρα άνεσης ώριμου… Ρόμπερτ Ρέντφορντ.
Ο Σόνι Χέιζ, παλιά καραβάνα του sport και της ταχύτητας, βολοδέρνει ανά τον κόσμο πίσω από τιμόνια αγωνιστικών αυτοκινήτων κάθε είδους, αναζητώντας αυτή την καύλα του να «πετάς» στην άσφαλτο πέρα από κάθε όριο. Το έχει πληρώσει ακριβά αυτό στο παρελθόν, με ντεραπάρισμα σε rally και γενναίο τραυματισμό στη σπονδυλική στήλη, γεγονός που τον εξαφάνισε από τις πίστες της Formula 1 για δεκαετίες ολόκληρες. Team player από τα παλιά θα τον αναζητήσει για να τον εντάξει στην ομάδα του, λόγω χρέους που δεν σώζεται, εκτός κι αν κατακτηθεί το τρόπαιο στο πρωτάθλημα της χρονιάς. Ο Σόνι θα διστάσει, αλλά θα υποκύψει στην πρόταση. Αυτό που δεν θα φανταστεί, όμως, είναι η ταυτότητα του ισχυρότερου αντιπάλου του.
Ο Τζόσουα Πιρς είναι το νέο αστέρι της Formula 1, ανήκει στην ίδια ομάδα με τον Σόνι, αλλά επιζητά την πρώτη θέση μονάχα για τον εαυτό του. Πρότυπο της γενιάς του σήμερα, εθισμένος στα social media κι αφιερωμένος στους χορηγούς του, βιάζεται να φτάσει στην κορυφή σχεδόν… εκ του ασφαλούς και ουχί παίρνοντας τα ρίσκα που πρόσφεραν τη μεγάλη φήμη στον Σόνι. Η συνύπαρξή τους θα είναι επεισοδιακή από την αρχή, η κόντρα τους θα γίνει επικίνδυνη στις πίστες και όλα αυτά δεν αποτελούν οιωνό επιτυχίας.
Το όνομα του Τζόζεφ Κοσίνσκι (του «Top Gun: Maverick») στη σκηνοθεσία προδιαθέτει για κάτι μεγαλύτερο και πιο εντυπωσιακό, τηρουμένων των αναλογιών (ή των πλέον εξελιγμένων δυνατοτήτων των καμερών της εποχής μας, για να το πω ορθότερα), σε σύγκριση με το θρυλικό «Le Mans» (1971), για παράδειγμα. Παραδόξως, αν και το 2022 είχε θερίσει τους αιθέρες, ο Κοσίνσκι εδώ δείχνει «μπλοκαρισμένος» από το επαναλαμβανόμενο μοτίβο δράσης, καθώς οι δύο κύριοι ήρωες του φιλμ απλά αλλάζουν χώρες και πίστες, «ευνουχίζοντας» τις πιθανότητες να κινηματογραφήσει κάτι πιο ευρηματικό από τα όσα έχουμε δει να… σπιντάρουν στο σινεμά του μακρινού ή του πρόσφατου παρελθόντος (αν όχι και το ανάλογο θέαμα των τηλεοπτικών μεταδόσεων αγώνων!).
Η βασική πλοκή του «F1», δηλαδή της κόντρας του Σόνι με τον Τζόσουα, έχει τα (προβλέψιμα) χαρακτηριστικά «συνταγής» δύο αντίπαλων χαρακτήρων που θα χάνουν όσο θα συγκρούονται, αλλά θα σαρώνουν όταν θα συνεργάζονται με κοινό στόχο την κορυφή, άσχετα από το ποιος θα τερματίσει πρώτος. Εννοείται πως η εξέλιξη της ιστορίας πατάει πάνω σ’ ένα copy / paste δικαίωσης από την ίδια τη ζωή, που δίνει μαθήματα υπομονής και ηθικής.
Πέραν της διαρκούς αλλαγής… λάστιχων, οι υποπλοκές του φιλμ δεν έχουν να προσφέρουν κάτι το σημαντικό στους χαρακτήρες. Ειδικά στην περίπτωση του «ρομαντικού» σκέλους, περισσότερο με «στοίχημα» για σεξ (δείχνει να) μοιάζει, παρά έχει προοπτικές εξέλιξης μεγάλου έρωτα. Παρ’ όλα αυτά, το casting (φατσών) είναι ολόσωστο, οι fans της Formula 1 θα ζηλέψουν τα επί της οθόνης πεπραγμένα, και στα σινεμά με μέγεθος οθόνης και ένταση ήχου (βλέπε αίθουσες IMAX…) πολλοί άρρενες θεατές θα βυθιστούν πίσω στο κάθισμά τους λες και θα πατάνε γκάζι στην πραγματικότητα (με κορυφή τη σεκάνς όπου ο Σόνι «χάνεται» από την ταχύτητα και, όπως το παρομοιάζει κι ο ήρωας, «πετάει»). Αυτό το τελευταίο, πάντως, δεν αποθεώνεται αξιοσημείωτα με κινηματογραφικούς όρους, ίσως επειδή o Πιτ Μίτσελ είχε βάλει τον πήχη αρκετά πιο… ψηλά (#diplhs).
