EVIL DEAD BURN (2026)
- ΕΙΔΟΣ: Τρόμου
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σεμπαστιάν Βανιτσέκ
- ΚΑΣΤ: Σουεϊλά Γιακούμπ, Χάντερ Ντούχαν, Λουσιάν Μπιουκάναν, Έρολ Σαντ, Τάντι Ράιτ, Μοντ Ντέιβι, Τζορτζ Πούλαρ, Γκρέτα βαν ντεν Μπρινκ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 110'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD
Το Βιβλίο των Νεκρών «ξυπνά» και πάλι, αυτή τη φορά με στόχο την οικογένεια ενός αρχαιολόγου – ερευνητή που το είχε στην κατοχή του στο παρελθόν και κρατούσε τη δαιμονική ύπαρξή του κρυφή από τον υπόλοιπο κόσμο.
Τρία χρόνια μετά το «Evil Dead Rise», το… ξεζούμισμα του μυθικού για το horror genre τίτλου του Σαμ Ρέιμι συνεχίζεται μ’ ένα «sequel» το οποίο θα μπορούσε να λέγεται… όπως αλλιώς ήθελε και να είχε μία πιο «διακριτική» μεταχείριση από την κριτική (ή εμένα προσωπικά, by the way). Διότι αυτό που εμφανίζεται εδώ ως σενάριο κάνει… μεγαλύτερο κακό κι από το ν’ απαγγείλεις ξόρκι του Βιβλίου των Νεκρών!
Γυρισμένο στη Νέα Ζηλανδία από το team του Γάλλου Σεμπαστιάν Βανιτσέκ (εκείνης της… φρίκης με τις αράχνες που άκουγε στον ελληνικό τίτλο «Στον Ιστό του Τρόμου»), το «Evil Dead Burn» δεν επιχειρεί καμία αναβίωση της γαλλικής σχολής τρόμου των τελευταίων δεκαετιών, απλά, βάζει μονάχα ένα στοίχημα με τον εαυτό του για περισσότερο gore και splatter, το οποίο σαφώς και κερδίζει οπτικά. Με διάρκεια στα 110 λεπτά, όμως, μοιραία, οφείλει να έχει και (έστω) μία ιστορία από κάτω για να μην αρχίσει να… κουράζει! Το οποίο είναι αναπόφευκτο, όταν ολόκληρο το φιλμ μοιάζει μονάχα με μία «συρραφή» από σκηνές καταδίωξης και πάλης ανάμεσα στους ζωντανούς και το Κακό, με το body horror να γλεντάει τους πάντες. Όσο και να λατρεύεις το είδος και να μην έχεις κανένα taboo απέναντι στο ανελέητο αιματοκύλισμα, όμως, όταν νικάει το… χασμουρητό, υπάρχει πρόβλημα!
Ο σεναριακός σκελετός είναι σχεδόν ανύπαρκτος, με τον Βανιτσέκ να παθαίνει και κάτι σαν κρίση… σωβινισμού (!), όταν η κεντρική του ηρωίδα είναι μία Γαλλίδα που τα πεθερικά του μακαρίτη γιου τους δεν πολυανέχονται. Ενίοτε προσκολλημένο στις σχέσεις των μελών αυτής της οικογένειας, δίχως να έχει κάτι ουσιαστικό να πει ή να σχολιάσει, το φιλμ από ένα σημείο κι έπειτα «εγκλωβίζεται» σ’ ένα σπίτι παραμελημένο με γραφικά «spooky» τρόπο, όπου οι δυνάμεις του Κακού θα δράσουν σαν «οδοστρωτήρας», με τα ανθρώπινα μέλη να εκσφενδονίζονται προς κάθε κατεύθυνση.
Η κινηματογράφηση είναι αδιανόητη και φιγουρατζίδικα αβανταδόρικη (κάτι που διαφαίνεται και από την καταπληκτική εισαγωγική σεκάνς του ψαρέματος), αλλά τα «κόλπα» της κάμερας του Βανιτσέκ εξαντλούνται γρήγορα, αφήνοντας τον brutal χαρακτήρα των διαμελισμών να προσπαθεί να πρωταγωνιστήσει, μιας και τίποτε άλλο δεν έχει σοβαρή υπόσταση εδώ. Μάλλον, το άγχος (ή το μοναδικό νοιάξιμο) του σκηνοθέτη ήταν να εκπλήξει και να σοκάρει το κοινό το οποίο αγαπά το horror προσφέροντας θεάματα σιχασιάς και μια «old-school» πρόκληση στο gore, όμως, σε μια χρονιά όπου το «Backrooms» και η «Εμμονή» γάμησαν τα ταμεία προσφέροντας ολότελα καινούργιες προτάσεις για τούτο το φιλμικό είδος, το «Evil Dead Burn» του έρχεται τελευταίο, καταϊδρωμένο και άνοστα αναποτελεσματικό. Και αυτό είναι κάτι που (συγκριτικά) πρόκειται ν’ αντιμετωπίσουν (με τον χειρότερο τρόπο) πολλά από τα σχετικά κινηματογραφικά franchises, πια…
