EPiC: ELVIS PRESLEY ΣΕ ΜΙΑ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΣΥΝΑΥΛΙΑ (2026)
(EPiC: ELVIS PRESLEY IN CONCERT)
- ΕΙΔΟΣ: Μουσικό Ντοκιμαντέρ
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μπαζ Λούρμαν
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 90'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER
Μέσα από πρωτάκουστες ηχογραφήσεις, ο Έλβις Πρίσλεϊ αφηγείται την ιστορία του και την πορεία του προς τη δόξα, ενώ οι κάμερες τον παρακολουθούν αδιάκοπα σε πρόβες, πριν ξεκινήσει τις επικές ζωντανές εμφανίσεις του ως resident σε μεγάλο ξενοδοχείο του Λας Βέγκας, στις αρχές της δεκαετίας του ‘70.
Συγκλονιστική εμπειρία! Είναι σαν να βλέπεις τον Έλβις Πρίσλεϊ ζωντανό, στο σήμερα, και ο Μπαζ Λούρμαν να τον ακολουθεί παντού μ’ ένα κινηματογραφικό συνεργείο για να φτιάξει ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του, με βασικό άξονα τις live εμφανίσεις του στο Λας Βέγκας, στη χρονική περίοδο μεταξύ του 1969 και του 1976! Με τη διαφορά ότι εδώ μιλάμε για υλικό από το παρελθόν, το (σχεδόν) 80% του οποίου δεν είχε παρουσιαστεί ποτέ ξανά σε οθόνη (μεγάλη ή μικρή)!
«I’d like to talk to you a little bit, ladies and gentlemen, about how I got in this business. There’s been a lot written and a lot said but never from my side of the story.»
Αναζητώντας αρχειακό υλικό από τα μουσικά ντοκιμαντέρ «Elvis: That’s the Way It Is» (1970) και «Elvis on Tour» (1972), ώστε να ολοκληρώσει την προετοιμασία του δικού του βιογραφικού «Elvis» (2022), ο Λούρμαν ανακάλυψε σε αποθήκες της Warner Bros. εξήντα οκτώ κουτιά με μπομπίνες φιλμ 35mm και 8mm, τα οποία περιλάμβαναν κυρίως outtakes από τις δύο ταινίες, μαζί με πλάνα από τη θρυλική εμφάνισή του μ’ ένα χρυσό jacket στη Χαβάη, το 1957. Όλο αυτό το υλικό πέρασε από μία εξαντλητική διαδικασία restoration ήχου και εικόνας για δύο χρόνια και συνοδεύτηκε από μία ανέκδοτη ηχογράφηση εξομολόγησης (σαρανταπεντάλεπτης διάρκειας) του ίδιου του Πρίσλεϊ, η οποία αποτέλεσε τον βασικό «σκελετό» για τη δημιουργία του «EPiC».
Δεν πρέπει να περιμένει κανείς να δει ένα απλό συναυλιακό ντοκιμαντέρ εδώ. Ο Λούρμαν ξεδιπλώνει με αμέριστη αγάπη και πάθος λατρείας ένα πορτρέτο του Πρίσλεϊ που προκαλεί ρίγη συγκίνησης, κάνοντας τον θεατή να νοιώσει ως το μεδούλι του το γιατί αυτό το όνομα μνημονεύεται μέχρι σήμερα σαν «Βασιλιάς», μαζί και κάτι το ανεπανάληπτο… στον αιώνα τον άπαντα! Δίχως να επιχειρεί να προσεγγίσει ψυχαναλυτικά το αντικείμενο μελέτης (μα, βασικά, θαυμασμού) του, ούτε και να επιθυμεί να ερμηνεύσει τη μοναδική δύναμη του following που είχε από κοινωνιολογικό point of view, πλησιάζει τον Πρίσλεϊ σε κάθε στιγμή που τον συνέδεε με τη μουσική και τον αντιλαμβάνεται σαν ένα μελωδικό όργανο ικανό να δοκιμαστεί στα πάντα (οι πρόβες με την μπάντα του σε αφήνουν με το στόμα ανοιχτό!), μέχρι να είναι έτοιμος να βγει στη σκηνή και να… εκραγεί σαν βόμβα ναπάλμ μπροστά σε πλήθη θαυμαστών που ούρλιαζαν, έκλαιγαν, λιποθυμούσαν ή… του πετούσαν τα εσώρουχά τους!
Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς το στοιχείο του ερωτισμού στις live εμφανίσεις του Πρίσλεϊ. Δεν ήταν τόσο το… (βλαχο)αρρενωπό του physique, ούτε και οι ενδυματολογικές του επιλογές ήταν ραμμένες επάνω του με σκοπό να εστιάζει το βλέμμα του κοινού στον (κάθε άλλο παρά πληθωρικό…) καβάλο του. Ήταν η κίνηση του σώματος, ο τρόπος που ολόκληρη η παρουσία του συντονιζόταν με τον ρυθμό, λες και στις φλέβες του δεν έρρεε αίμα αλλά… rhythm and blues. Κάπου ανάμεσα στο σχεδόν ειρωνικό μειδίαμα και το σάστισμα, καθώς η ώρα περνά (αδιανόητα χορταστικά!), ο θεατής του «EPiC» νιώθει πραγματικά (και εκστατικά) αυτό το φαινόμενο που συντελείται on stage και οικτίρει τον εαυτό του που γεννήθηκε… σε λάθος τόπο και χρόνο!
Ο Λούρμαν μας κάνει ένα πραγματικό δώρο, παρουσιάζοντας τον Έλβις όπως ακριβώς ήταν: ένα πλάσμα «εξωγήινα» χαρισματικό, που ήρθε στον κόσμο μας για ν’ αναδειχθεί ως Μεσσίας της pop. Δικαιωματικά. Και πέρα από κάθε επιστημονική ερμηνεία ή εξήγηση! Ενενήντα λεπτά αργότερα, η λύπη βγαίνει στην επιφάνεια, καθώς συνειδητοποιείς πως (τελικά) ο Έλβις δεν βρίσκεται πια κοντά μας και η θνητότητα της ύπαρξής του είχε ημερομηνία λήξης. Αλλά χαίρεσαι που η μεγάλη οθόνη μπόρεσε να καλύψει αυτό το μεγάλο κενό, έστω και για τόσο λίγο. Θυμίζοντας και φέρνοντάς μας όσο πιο κοντά (κι αληθινά!) γίνεται σε αυτό το έπος ανθρώπου και (πρωτίστως) ταλέντου.
