ΑΠΕΙΡΗ ΓΗ (2026)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Βασίλης Μαζωμένος
- ΚΑΣΤ: Αλέξανδρος Νταβρής, Ελένη Κόρδα, Βασίλης Σιάφης, Κατερίνα Τζημούλα, Γιολάντα Καπέρδα
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 80'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ
Ζωή και θάνατος σαν μια επαναλαμβανόμενη ενέργεια που συναντά το άπειρο του χρόνου (και της γης), σ’ ένα ηπειρώτικο χωριό.
Σε αντίθεση με την πλειοψηφία της υπόλοιπης φιλμογραφίας του Βασίλη Μαζωμένου (που είναι ένα αφηγηματικό χυμαδιό), εδώ τουλάχιστον υφίσταται μία ιδέα. Ευπρόσδεκτη και ενδιαφέρουσα, που όμως δεν συνοδεύεται κι από ένα σενάριο, έναν άξονα ιστορίας με χαρακτήρες ο οποίος (θα) μπορούσε να εξελιχθεί σε κανονική ταινία μυθοπλασίας… εάν υπήρχε η έγνοια του δημιουργού για να συμβεί κάτι τέτοιο.
Σ’ ένα χωριό της Ηπείρου, μια ομάδα κυνηγών μεθοκοπά και γλεντά στο δάσος, ώσπου ένας συντοπίτης τους πυροβολείται και σκοτώνεται κατά λάθος. Το δράμα γίνεται πιο έντονο όταν εμφανίζεται η έγκυος γυναίκα του που περιμένει το πρώτο τους παιδί. Το πένθος του φευγιού δίνει τη θέση του στη χαρά της γέννησης ενός αγοριού, το οποίο θα πάρει το όνομα του νεκρού πατέρα του: Λάζαρος. Στον ενήλικο βίο του, ο Λάζαρος θα ζευγαρώσει και θα παντρευτεί για να συνεχιστεί ο κύκλος της ζωής, όμως, το χωριό έχει ρημάξει και οι κάτοικοί του με δυσκολία τα βγάζουν πέρα, αναγκάζοντας αρκετούς από τους νεότερους (άνδρες) κατοίκους του να ξενιτευτούν, ώστε να στέλνουν χρήματα πίσω στους δικούς τους. Τα εγγόνια τους θα επιστρέφουν σαν επισκέπτες στον τόπο τους και στις παραδόσεις τους…
Αυτό είναι ολόκληρη η «Άπειρη Γη»! Μία «συρραφή» από σεκάνς που αντιπροσωπεύουν τη ζωή και τον θάνατο σαν μια επαναλαμβανόμενη ενέργεια που δρα… στο άπειρο και στα μονοπάτια της ίδιας γης. Δεν υπάρχει δραματουργική συνέχεια και σύνδεση με ουσιαστικούς χαρακτήρες, πέραν αυτής της βασικής ιδέας, ενός concept που αφορά σε συμβολισμούς και λαογραφικές αναφορές, με ένα βλέμμα «ποιητικής» ομορφιάς που τονίζει η θαυμάσια δουλειά του Στέλιου Πίσσα στη διεύθυνση φωτογραφίας, αλλά ακυρώνει η μη δημιουργική «ανεμελιά» της Σοφίας Κατσούρα στα κοστούμια.
Το γεγονός ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μία πλούσια «τοιχογραφία» εποχής και διαφόρων ιστορικών περιόδων της ελληνικής επαρχίας ή έχει να κάνει με τη (σαφή) απουσία πόρων (για να αντέξει η παραγωγή κάτι πιο μεγάλο) ή με μία βιασύνη / ευκολία αποφάσεων από τον Μαζωμένο, ο οποίος «καίει» μια ωραία ιδέα παραδίδοντας μονάχα… όμορφες εικόνες οι οποίες αναζητούν κάτι πιο στιβαρό σε πλοκή για να μοιάσουν με… κινηματογραφική ταινία.
