Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ ΜΟΥ (2024)
(EN FANFARE)
- ΕΙΔΟΣ: Κομεντί
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Εμανουέλ Κουρκόλ
- ΚΑΣΤ: Μπενζαμέν Λαβέρν, Πιερ Λοτέν, Σαρά Σουκό, Ζακ Μποναφέ, Κλεμάνς Μασάρ, Λουντμίλα Μικέλ, Ανν Λουαρέ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 103'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ONE FROM THE HEART
Φημισμένος διευθυντής ορχήστρας του Παρισιού πληροφορείται: αφενός πως πάσχει από λευχαιμία, αφετέρου ότι η μητέρα του τον είχε υιοθετήσει. Αναγκασμένος να βρει συμβατό δότη μυελού των οστών, εντοπίζει τον αληθινό του αδελφό, ο οποίος τυγχάνει να παίζει τρομπόνι σε εργοστασιακή μπάντα χάλκινων πνευστών μικρής πόλης της Βόρειας Γαλλίας. Η υιοθεσία κάποτε τους χώρισε. Η μουσική θα τους ενώσει;
«Η Ορχήστρα του Αδερφού μου» αποτελεί ένα ευπρόσδεκτο κινηματογραφικό θέαμα. Θέτοντας την αγάπη για τη μουσική ως κινητήριο μοχλό, αναδεικνύει μια υποφέρουσα βιομηχανική Γαλλία που χαρακτηρίζεται από τη φθορά της εργατικής τάξης και τις αβέβαιες μελλοντικές προοπτικές, μεταφέροντας το μήνυμα της αδελφικής καλοσύνης και της συντροφικότητας. Προσφέρει αβίαστη ελπίδα στους δύο βασικούς της ήρωες, ώστε να αξιοποιήσουν την απρόσμενη δεύτερη ευκαιρία που απλώνεται μπροστά τους, ακολουθώντας μία σταθερή feelgood πορεία που ισορροπεί ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό. Η πρόθεση είναι αξιέπαινη, όμως, η ταινία βασίζεται σε αρχέτυπα… υπερβολικά προφανή, αδυνατώντας επιπροσθέτως να στοχεύσει σε έναν ευδιάκριτο σεναριακό στόχο. Κάτι που πετύχαιναν με μεγαλύτερη συνέπεια οι Άγγλοι ανθρακωρύχοι «Βιρτουόζοι» (1996), στους οποίους τούτη η γαλλική «Ορχήστρα» οφείλει πάρα πολλά.
Η ταχύτητα με την οποία προχωρά το στόρι κατά το πρώτο του δεκαπεντάλεπτο εκλήφθηκε από εμένα σαν μια προσπάθεια του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Εμανουέλ Κουρκόλ να απαλλαγεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα από τις δυσάρεστες ή λιγότερο σημαντικές πτυχές του σεναρίου του (ασθένεια, ψέμα, υιοθεσία, επανένωση), ώστε να μπορέσει να συγκεντρωθεί σε αυτό που πραγματικά μετρά γι’ αυτόν. Δηλαδή, την ταραχώδη αλλά διόλου θολή σχέση των δύο αδελφών, που αν και χωρίστηκαν (από τη γέννησή τους κιόλας), ακολουθώντας εντελώς διαφορετικές πορείες ζωής, βρίσκουν με χαρακτηριστική άνεση κοινό σημείο επαφής, βοηθώντας σημαντικά ο ένας τον άλλον.
Ο Τιμπό είναι ένας λαμπρός Παριζιάνος μαέστρος, που κατά τα φαινόμενα ζει αρκετά μοναχικά, έχοντας αφοσιωθεί πλήρως στο επάγγελμά του επί σειρά ετών. Ο Τζίμι έχει μεγαλώσει στον γαλλικό Βορρά, εργάζεται στο κυλικείο σχολικού συγκροτήματος, ενώ χάρη στον μακαρίτη πατέρα του έχει αποκτήσει μια μεγάλη αγάπη για την jazz. Η ενασχόλησή του με την μπάντα χάλκινων τοπικού εργοστασίου (το οποίο κινδυνεύει άμεσα με λουκέτο, οδηγώντας άπαντες στην ανεργία), αποτελεί ένα σοβαρό hobby γι’ αυτόν. Ο επερχόμενος μουσικός διαγωνισμός στέκει ως ευκαιρία διάκρισης και τόνωσης του ηθικού για τα μέλη της μπάντας, όμως, η απώλεια του εκτελούντος χρέη μαέστρου συναδέλφου τους θέτει σαφή εμπόδια στις απαραίτητες πρόβες (και όχι μόνο).
Δεν χρειάζεται να είναι μάντης κανείς για ν’ αντιληφθεί πως ο Τιμπό θα αναλάβει να ηγηθεί της μπάντας (παρά το βεβαρημένο του επαγγελματικό πρόγραμμα), ξεπληρώνοντας μέχρι ενός βαθμού τη χάρη προς τον «νέο» του αδελφό. Η αντίθεση μεταξύ πόλης και υπαίθρου που ξεπροβάλει από τη συνθήκη αυτή και κατ’ επέκταση η διαφορά ανάμεσα στην ελίτ και στην εργατική τάξη δημιουργεί κλισεδιάρικες καταστάσεις που θα μπορούσαν εύκολα (τουλάχιστον) να περιοριστούν. Ενώ δημιουργείται η αίσθηση ότι ο διαγωνισμός στη Λιλ θ’ αποτελέσει την κορύφωση του έργου, τούτο δεν συμβαίνει, καθώς το στόρι ανοίγει μέτωπα που μάλλον εκτροχιάζουν την αφηγηματική γραμμή, είτε αναδεικνύοντας τη διαφορά «κουλτούρας», είτε επιχειρώντας (με crowd-pleasing τρόπο) να τη γεφυρώσει. Το πρώτο αφορά τη φάση με την audition, το δεύτερο το καθαρτήριο «Boléro» του Μορίς Ραβέλ, ενώ μέσα σε όλα αυτά (και κάπως σποραδικά, είναι η αλήθεια) πλανάται το φάντασμα της ανεργίας και της ανέχειας.
Γεγονός, πάντως, είναι πως η απλότητα και η ανθρωπιά της «Ορχήστρας» υπερισχύουν των (σεναριακών) αστοχιών της. Ο περιορισμένων πόρων αλλά απεριόριστων ικανοτήτων άνθρωπος της διπλανής πόρτας του Τζίμι δημιουργεί ευφορία ταύτισης στον θεατή, ενώ ο προσγειωμένος παρά τη φήμη του Τιμπό, συγκινεί με την καλοσύνη και το πεπρωμένο του. Η ευγενής ψυχαγωγία που προκύπτει από τη συναναστροφή των δυο τους είναι ρεαλιστική και αναντίρρητη, αν και προσωπικά θα επιθυμούσα να ήταν λίγο πιο θρασεία και ασεβής. Ή να διανθιζόταν από έναν σπουδαίο λόγο – σημείο αναφοράς, όπως εκείνον στο φινάλε των «Βιρτουόζων»…
