ΕΛΛΑΔΑ 3.0 (2026)
- ΕΙΔΟΣ: Κοινωνική Σάτιρα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μιχάλης Γιγιντής, Δημήτρης Παπαθανάσης, Ιωάννα Κρυωνά
- ΚΑΣΤ: Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Κώστας Φυτίλης, Δημήτρης Δρόσος, Αλίκη Αλεξανδράκη, Θάνος Τοκάκης, Γιώργος Χρυσοστόμου, Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος, Δάφνη Κιουρκτσόγλου
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 103'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER
Τρεις μικρού μήκους ταινίες «παντρεύονται» σε ένα ενιαίο πρόγραμμα προβολών, παρουσιάζοντας τρεις διαφορετικές πτυχές της ελληνικής πραγματικότητας.
Το «Ελλάδα 3.0» δεν αποτελεί ένα σπονδυλωτό φιλμ από κατασκευής του. Απλά, επιχειρεί να συνδέσει τρεις διαφορετικές μικρού μήκους ταινίες με κεντρικό άξονα την Ελλάδα του σήμερα. Η ποιότητα αυτών των τριών έργων, όμως, αδικεί το εγχείρημα / τόλμημα που από μόνο του δεν είναι κακό και ενδεχομένως να είχε ουσιαστικό νόημα εάν παρουσίαζε μία «συρραφή» από τις καλύτερες μικρομηκάδηκες παραγωγές των τελευταίων ετών, τις οποίες ο θεατής του εμπορικού κυκλώματος διανομής αγνοεί παντελώς. Ονόματα σαν του Ευθύμη Κόσεμουντ Σανίδη ή του Μανώλη Μαυρή (για παράδειγμα), με εξαιρετικές δουλειές στο ενεργητικό τους, παραμένουν άγνωστα στο κοινό που πάει σινεμά και καμία πλατφόρμα δεν θα μπορέσει να καλύψει με αξιόλογο (και σωστό) τρόπο αυτό το κενό.
Αντί, λοιπόν, να δοκιμαστεί με πιο δημιουργικό τρόπο μια τέτοια ιδέα, τα «100 Χρόνια Μπροστά» του Μιχάλη Γιγιντή, «Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει» του Δημήτρη Παπαθανάση και «Planet Balcony» της Ιωάννας Κρυωνά… αγκομαχούν για να συνυπάρξουν εντός ενός κάποιου κοινού «χιουμοριστικού» πλαισίου, κουβαλώντας τις πλέον συνηθισμένες ανεπάρκειες που μαστίζουν τα έργα των νέων Ελλήνων «δημιουργών», σε ένα format μάλιστα όπου η ιστορία απαιτεί ένα πολύ πιο προσεγμένο αφηγηματικά σενάριο και όχι ένα σκέτο… «εύρημα».
Στην πρώτη περίπτωση, το «αστείο» με το παλιό, το «ορθόδοξο» ΠΑΣΟΚ εξαντλείται πολύ γρήγορα και ο πλατειασμός της διάρκειας είναι ανελέητος, εντός ενός πλαισίου δράσης που πραγματικά προκαλεί απορία ακόμη κι όταν το διαβάζεις από το δελτίο Τύπου: «Ο Λάκης, ιδιωτικός ερευνητής, πιστεύει ότι η ζωή του είναι μεταφυσικά συνδεδεμένη με το ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Μια νύχτα κλειδώνει τον Κωστάκη στο γραφείο του και μέσα από ένα ταξίδι στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης προσπαθεί να τον πείσει να μην πουλήσει σε πολυεθνική το ιστορικό θερινό σινεμά που διατηρεί η οικογένειά του στην ταράτσα του μεγάρου στο οποίο συνυπάρχουν και οι δυο τους τα τελευταία χρόνια»! Τίποτα το αξιοσημείωτο σκηνοθετικά εδώ.
Στη δεύτερη περίπτωση, η ιστορία έχει ενδιαφέρον (δημοτικός υπάλληλος σε νεκροταφείο έχει στήσει «μαγαζάκι» με ιερωμένο, αλλά τα μεταξύ τους συγκρουόμενα συμφέροντα δεν θα τους βγάλουν σε καλό), η κοινωνική αλληγορία έχει πολλαπλές αναγνώσεις, όμως, το στυγερό χιούμορ της γραφής δεν συναντάται ιδανικά με την (λάσκα και άρρυθμη) τονικότητα της σκηνοθεσίας, με το τελικό αποτέλεσμα ν’ αποτελεί μια χαμένη ευκαιρία. Και να φανταστεί κανείς πως τούτο εδώ στέκει ως το καλύτερο από τα υπόλοιπα δύο μικρά…
Στην τρίτη περίπτωση, ένα μπαλκόνι με δύο τύπους και μία καινούργια γειτόνισσα απέναντι (με έφεση στο να κυκλοφορεί γυμνή στο διαμέρισμά της) δεν αποτελούν ικανά στοιχεία για να προκαλέσουν κάποιο κοινωνικό σχόλιο ή να κάνουν την «πλάκα» τους… όσους μπάφους και να έχει καταναλώσει κανείς! Το «φανταστικό» clue αστοχεί σεναριακά και το φινάλε στερείται ενός κωμικού punchline για να προκύψει έστω κι ένα μειδίαμα από τον απορημένο θεατή.
Αντί υστερόγραφου, με τόσο γέλιο που έχει ρίξει η πλειοψηφία του λαού (μας) με το… Ελλάδα 2.0 («Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας», για στιγμές πιο ευφάνταστου ελληνικού κεφιού), τι μένει να σου πει αστεϊστικά τούτη η φιλμική «Ελλάδα 3.0»;
