FreeCinema

Follow us

ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ (2015)

(EL ABRAZO DE LA SERPIENTE)

  • ΕΙΔΟΣ: Περιπέτεια Εποχής
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σίρο Γκέρα
  • ΚΑΣΤ: Νίλμπιο Τόρες, Γιαν Μπάιφουτ, Αντόνιο Μπολίβαρ, Μπράιονι Ντέιβις, Γιαουνκού Μίγκε, Νικολάς Κανσίνο, Λουίτζι Σιαμάνα
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 125'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΔΑΝΑΟΣ

Ιθαγενής γεροσαμάνος του Αμαζονίου ανακαλεί, διδακτικά για παιδόπουλα, τα συμβάντα κατά την πλωτή αναζήτηση πανίσχυρου ιερού χόρτου πλάι σε 2 αλλοδαπούς επισκέπτες του, έναν εθνολόγο σε απόπειρα αυτοΐασης το 1909 κι έναν βιολόγο με απώτερες βλέψεις το 1940. Τα κίνητρα τού μονήρους Καραμακάτα ήταν η ανίχνευση επιζώντων της ξεκληρισμένης φυλής του την πρώτη φορά, των χαμένων αναμνήσεών του τη δεύτερη. Τι (μας) βρήκε;

Ένας κουλουριασμένος όφις (συμβολιστή, όρα «ζωοδοσία / θάνατος») τίκτει στους τίτλους αρχής. Μη σου ξεφύγουν, είναι το είδος του ερπετού που υπνωτίζει, ο δικός σου γόης. Και ταυτόχρονα χορεύει, όπως κι εσύ, στον σκοπό τού master του, του όχι Ινδού αλλά Κολομβιάνου Σίρο Γκέρα. Που αλλάζει το δέρμα αποσπασμάτων των επιστημονικών ημερολογίων ταξιδίων του Γερμανού Τέοντορ Κοχ-Γκρύνμπεργκ (στις αρχές του 20ού αιώνα) και του Αμερικανού Ρίτσαρντ Έβανς Σουλτς (την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου) σε ένα αφήγησης σαν διμούτσουνη οχιά (το τότε και το έπειτα πετάνε εναλλάξ κεφάλι) και διχαλωτής γλώσσας μηνύματος (όχι τόσο η κατακεραύνωση του ιμπεριαλισμού του Πρώτου Κόσμου όσο τα σημαδευτικά συμπαρομαρτούντα – η εισβολή του παρείσακτου στα αμόλυντα «χωράφια» του καχύποπτου γεννήματος θρέμματος και η αναπόφευκτη τριβή, ανεπιθύμητα σε σημείο εκμετάλλευσης, διαστροφής, αποδεκατισμού – του εκατέρωθεν καταπιστεύματος στην επαφή τής πρωτεϊκής αγνότητας με τον γηγενή ή μη ξένο, αλλά και, μετά το γύρεμα και τη βίωση της φώτισης του Είναι, το «στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα» τού όπου γης ραβδοσκόπου) ethnic οιονεί μνημείο της παγκόσμιας κινούμενης εικόνας της ανθρωπολογίας.

Για μια ταινία που σου δημιουργεί τη μικροεπικά natura(l) αίσθηση του μπασίματος σ’ ένα άβατο (της βιόσφαιρας αλλά και των αυθεντικών ή επιπολιτισμικά στρεβλωμένων νοοτροπιών, συμπεριφορών, ηθών κι εθίμων) και της σταδιακής ανακάλυψής του, ο Γκέρα επιδεικνύει αξιοθαύμαστες ικανότητες ως δημιουργός (και, κυρίως, ξεναγός στο) habitat. Ο θίασος των ερασιτεχνών ντόπιων; Έχει προσηλυτιστεί ιδανικά στην υποκριτική, αποτέλεσμα συμβιωτικών προβών μακράς διαρκείας. Το άγγιγμα του design στο εντυπωσιακό couleur locale σκέπης χλωρίδας, μόνο σποραδικά ανοιχτού στερεώματος και των υδάτων που κυλούν ανάμεσά τους; Είναι αόρατα ενσωματωμένο, καμουφλαρισμένο. Η χαμηλής αντίθεσης, οξεία γκραβούρα των Α/Μ θεαματικών λήψεων σ’ ευρεία οθόνη; Διατηρεί οργανικά στο επίκεντρο τη διαλεκτική τού λευκού και του σκούρου: της χλωμοπρόσωπης και της μελαχρινής επιδερμίδας, του σκιερού φωτός και της… «Καρδιάς του Σκότους» στη φύση τής πλάσης και στη φύση τού ατόμου. Τα ηχοτοπία ατμοσφαιρών; Σκλαβώνουν τα ρεύματα έντασης (και τρεις μυστικιστικές δίνες) στο ποτάμι τής καθημερινής ροής της πριμιτιβιστικής ύπαρξης, που βγάζει ελεγειακά στοχαστικά στο βίαιο καθαρτήριο του εαυτού, σ’ αυτό το αναποδογύρισμα των canoe τού stoner, του cannibalsploitation, του… buddy movie!

Ο νεαρός Καραμακάτα (όπως η Κολομβία), ο τελευταίος των Μοϊκανών της φάρας του, αποσυνάγωγο στραβόξυλο με πακτωλό βοτανολογικών γνώσεων και ζηλευτό δείκτη μάζας σώματος, συγκατανεύει στην έκκληση του άρρωστου Γερμανού μουσαφίρη του (και του δυτικής περιβολής Ινδιάνου οδηγού & μεταφραστή του, εννόησες το σχόλιο…) να βρουν το θεραπευτικό γιακρούνα (συστατικό της παραδοσιακής λατινοαμερικάνικης ντόπας αγιαχουάσκα) μόνο στο άκουσμα της ύπαρξης συγχωριανών του, που θεωρούσε εξαφανισμένους μετά το μακέλεμα με δράστες δουλέμπορους απ’ το οποίο διέφυγε παιδί. Κατά τη διάρκεια της περιήγησής τους θα επιβάλει τους όρους του (όχι κρέας και ψάρι, κι όταν χρειαστεί πεταμίδι σε όλα τα συμπράγκαλα, εκτός ενός γραμμοφώνου που παίζει μες στη σιγαλιά τη «Δημιουργία» του Χάιντν!). Θα κρατάει στη ζωή τον ασθενή με φυσητές μυτιές διεγερτικής «σκόνης» (που εκτρέπουν τα οραματικά εικαστικά ορμέμφυτα της ταινίας στη σφαίρα τού απωθημένου θρύλου, του υποσυνείδητου, του ενυπνίου, της παραίσθησης, εκεί που τα πάντα ρει, ακόμα και το «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος»!). Και θα αντικρίσει ξανά τα δεινά τής κοινωνίας τής… καλλιεργημένης επικράτειας (ένας ακρωτηριασμένος δούλος των φυτειών του καουτσούκ που παρακαλάει για ευθανασία) και της εκ μέρους των φερτών Πιστεύω στρέβλωσης με θύμα την Amerindian νεολαία, σε καταυλισμό – ορφανοτροφείο καθολικής ιεραποστολής που έχει «ξεφύγει».

Εδώ, σ’ αυτούς τους indígenas μοναχούς Καπουτσίνους εφήβους που στην παράλληλα εμφανιζόμενη προβολή τού σεναρίου 31 χρόνια μετά ένας ασπρουλιάρης Σωτήρας (σαν «Ο Άνθρωπος που Ήθελε να Γίνει Βασιλιάς» αλλά μεσιανικά Σπανιόλος) εκτρέπει στο επίπεδο του πνευματικά δηλητηριασμένου κτήνους (γι’ αυτό απ’ το φιλμ απουσιάζουν τα ζώα;), ο Καραμακάτα θα βάλει στη θέση της την υπεροψία των blancos. Πρώτα όταν στον οργίλο φόβο τού γραμματισμένου συνταξιδιώτη του, μήπως η πυξίδα του στα χέρια των αμόρφωτων εξαλείψει τις γνώσεις τους στον προσανατολισμό, τον εγκαλεί γιατί τους στερεί τη μάθηση. Και μετά, όταν παίρνει το αίμα του πίσω – και κατά των κρυφών κινήτρων (Δεύτερος Παγκόσμιος, μάντεψε…) τού Αμερικανού μελετητή ο οποίος, πατώντας στα γραφτά τού Ευρωπαίου προκατόχου του, έχει αγκαζάρει τον ηλικιωμένο πια σοφό μάγο που έχει απωλέσει τις θύμησές του να τις ξαναβρεί, ταραχωδώς για όλους.

Μαζί με τη σωτηρία της ψυχής του; Της κινηματογραφικής σίγουρα, καθώς ιδιοφυώς, σε δεύτερο επίπεδο, απολογούμενη ως προϊόν τού βλέμματος ενός τουρίστα (αλλά ποτέ εκμεταλλευτή) auteur, η ταινία δεν γίνεται ποτέ το επιλεγόμενο στην κουλτούρα τού Καραμακάτα «τσουλατσάκι», το κούφιο κι επίπλαστο άλλο Εγώ που ψάχνεται (όπως κι η ετερότητα των – με μέθοδο την εξημέρωση ή τη βία – εμπόρων των σωμάτων και της πρώτης ύλης τού Αμαζονίου) να ξεγελάσει και να επιβληθεί, αυτό που ο σαμάνος βλέπει κι αρνείται στη φωτογραφία του που συνοδεύει μια έκδοση των γραφτών τού Γκρύνμπεργκ. Ακόμη κι αν η εκβολή της κορύφωσης… τριπάρει προς το «Κανίβαλοι» του Ίλαι Ροθ, ο ουροβόρα θηρευτής ρυθμός στη δεύτερη μυθοπλασία σέρνεται (ύπουλα, όμως…) και οι λευκοί λεγάμενοι μοιάζουν λιπόσαρκες σιλουέτες. Ο Γκέρα το ξέρει, αλλά σε προ(σ)καλεί για δάγκωμα, με αντίδοτο το χάσιμο σε μια, αν όχι εμβαπτιστική, εξερευνητική εμπειρία. «Για να γιατρευτείς, πρέπει να μάθεις να ονειρεύεσαι». Αυτό το ψυχοδηλωτικό σού δείχνει πώς, Ελληνάρα. Είναι και (για το) ανθρώπινο δικαίωμα. Έμπα στην πιρόγα…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

«Apocalypto», «Άγνωστος Κόσμος», «Η Γη των Κόκκινων Ανθρώπων», eat your hearts out. Χέρτσογκ, δες εδώ οργάνωση, που πελάγωσες στο «Aγκίρε, η Μάστιγα του Θεού». Ο Σαραμάγκου του «Ο Άνθρωπος Αντίγραφο» θα φτιαχνόταν κάργα. Οι arthouseάδες επιβιβάζονται χωρίς δεύτερη σκέψη, οι θιασώτες του εν γένει εξωτικού θα… μείνουν. Νοσταλγέ του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου, άλλη ζούγκλα, μην τα μπερδεύεις και σου σκάσουν ιστορίες για αγρίους.


MORE REVIEWS

Η ΦΩΛΙΑ

Υπερφιλόδοξος entrepreneur ζητά από την οικογένειά του να μετακομίσουν στην πατρίδα του, την Αγγλία, για να κυνηγήσει μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία. Στα ξαφνικά, θα βρεθούν να κατοικούν σε εξοχική έπαυλη και υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με την κρίση να τους πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΦΩΤΙΑ

Έχοντας εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του, ο Άμαντορ αιφνιδιάζει τους κατοίκους του χωριού του, βγαίνοντας από τη φυλακή πριν από την ώρα του. Επιστρέφοντας στο σπίτι της γηραιάς μητέρας του, θα αντιμετωπίσει μονάχα την ψυχρότητα αυτής της μικρής κοινωνίας που δεν θέλει να σχετίζεται με έναν εμπρηστή.

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

Χάνοντας τους γονείς της από επιδημία χολέρας, η δεκάχρονη Μέρι αφήνει την Ινδία της δεκαετίας του ’50, ώστε να ζήσει στην έπαυλη του θείου της, στο Γιόρκσαϊρ της Αγγλίας. Εκεί θ’ ανακαλύψει τα πολλά κρυμμένα μυστικά του σπιτιού και θα δώσει νέα πνοή στο «μαραμένο» περίγυρο της.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΑΣ

Δεκαπέντε χρόνια μετά τις σοβαρότατες απώλειες του Δευτέρου Παγκοσμίου, μια γυναίκα θα έρθει και πάλι αντιμέτωπη με το εφιαλτικό παρελθόν, όταν πιστέψει πως ο γείτονάς της είναι ο αξιωματικός των SS που την είχε κακοποιήσει βάναυσα λίγο πριν το τέλος του μεγάλου πολέμου.

ANTEBELLUM: Η ΕΚΛΕΚΤΗ

Οι ζωές μιας μαύρης σκλάβας σε βαμβακοφυτεία του Νότου στον 19ο αιώνα και μιας μαύρης κοινωνιολόγου και διακεκριμένης συγγραφέως στο παρόν πρόκειται να συναντηθούν με έναν (ελαφρώς) αναπάντεχο τρόπο.