ΕΧΩ ΚΑΤΙ ΝΑ ΠΩ (2025)
- ΕΙΔΟΣ: Κομεντί
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Στράτος Τζίτζης
- ΚΑΣΤ: Αντίνοος Αλμπάνης, Ζέτα Δούκα, Γιάννης Ζουγανέλης, Βίβιαν Κοντομάρη, Χρήστος Σαπουντζής, Ματίλντα Τζίτζη, Αναστασία Δέλτα, Φένια Αποστόλου, Έλενα Χαραλαμπούδη, Κώστας Φιλίππογλου, Χάρης Χιώτης, Τίτος Γρηγορόπουλος, Αλεξάνδρα Ζώη
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 96'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ
Σκηνοθέτης σε κρίση (και με αφραγκίες) προσπαθεί να εκδώσει βιβλίο φιλοσοφίας που κανείς δεν περιμένει για να στοχαστεί (ή να θυμηθεί την ύπαρξή του).
Καλοδεχούμενος ο αυτοσαρκασμός του Στράτου Τζίτζη στο «Έχω Κάτι να Πω», όμως, όπως μπορεί να υποψιάσει και ο τίτλος από μόνος του, ο δημιουργός του είχε στο μυαλό του πολύ περισσότερα να πει και… να το «χάσει», πόσω μάλλον μέσω μιας μορφής Τέχνης που, πλέον, δεν λέει τίποτα στο ελληνικό κοινό! Αντικειμενικά, όταν το ίδιο το (ας το πούμε «καλλιτεχνικό») σινεμά μας δεν είναι ικανό να πει οτιδήποτε στον τελικό του αποδέκτη, ο οποίος το απαξιώνει με επικό τρόπο στην προσέλευση, τότε παρόμοιες φιλμικές απόπειρες αστοχούν στο πλαίσιο λόγου ύπαρξης και το όλο σκεπτικό γίνεται πιο παράδοξα αστείο κι από μια πρόθεση σάτιρας, που εδώ δεν πάσχει από ιδέες, απλά, χάνει τον μπούσουλα του τι να… πρωτοπεί (και μυθοπλαστικά).
Έχει ενδιαφέρον η εμφάνιση μιας τέτοιας ταινίας, μετά το «Too Much Info Clouding Over My Head» (2018) και πριν το επερχόμενο «Killerwood» του Χρήστος Μασσαλά, που αντιμετωπίζει με βιωμένο τρόπο την ειρωνεία του να επιζείς εντός της ελληνικής κινηματογραφίας, αναζητώντας τα λάθη τα δικά σου ή (και) του επαγγελματικού κλάδου ολόκληρου. Στην παρούσα περίπτωση, ο Τζίτζης το παίρνει λίγο πιο στα σοβαρά και αντί να σαρκάσει όσο πιο άγρια… σήκωνε το υλικό του, το γυρνά σε μια δίχως φαντασία «διακωμώδηση» της φιλοσοφικής διανόησης, χάνοντας το κέντρο βάρους του έργου του (που είναι το σινεμά), όμως, μπλέκοντας στην αφήγηση ακόμη και το… γύρισμα της ταινίας μέσα στην ταινία (έως και την φεστιβαλική της πρεμιέρα σε αίθουσα!), πετώντας εμβόλιμα (και ναρκισσιστικά) πλάνα από παρελθόντες τίτλους της φιλμογραφίας του.
Υπάρχει μία γουντιαλενική (φευ!) αύρα στον ορίζοντα, το όχι και τόσο χιουμοριστικό σε τόνους μορετικό την καταπνίγει συγκρουσιακά και το μπέρδεμα με την ελληνική πραγματικότητα εξαφανίζει το πνευματώδες σε καθεμία από αυτές τις αναφορές, για να επικεντρωθεί το αστείο σε cameos επωνύμων, τελικά (και ανεκδοτολογικά). Μονάχα οι σεκάνς στο μπουρδέλο καταφέρνουν να εξυψώσουν την κωμική έμπνευση και να χαρίσουν κάτι παραπάνω από ένα μειδίαμα ευχαρίστησης στο «twist» του φινάλε, μιας «παράπλευρης» ιστορίας που είχε ανάγκη ν’ ανασάνει περισσότερο μέσα στο «Έχω Κάτι να Πω», το οποίο φλυαρεί δίχως «πυξίδα» και μέτρο λόγου. Περίπου σαν την ίδια την κρίση ταυτότητας του ελληνικού κινηματογράφου, δηλαδή…
