ΟΝΕΙΡΑ (2024)
(DRØMMER)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νταγκ Γιόχαν Χάουγκερουντ
- ΚΑΣΤ: Έλα Όβερμπαϊ, Σελόμε Εμνέτου, Άνε Νταλ Τορπ, Άννε Μάριτ Γιάκομπσεν, Αντρίν Σέθερ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 110'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: FILMTRADE / TANWEER
Έφηβη μαθήτρια ερωτεύεται την νεοαφιχθείσα καθηγήτρια γαλλικών. Ανήμπορη να ελέγξει τα αισθήματά της, καταγράφει το ιστορικό των συναντήσεών τους σε πυκνογραμμένο χειρόγραφο κείμενο. Όταν αυτό πέφτει στα χέρια τόσο της γιαγιάς της όσο και της μητέρας της, οι σχέσεις τους δοκιμάζονται.
Σε σχέση με τις δύο προηγούμενες ταινίες του Νορβηγού Νταγκ Γιόχαν Χάουγκερουντ οι οποίες έχουν διανεμηθεί στις ντόπιες αίθουσες («Sex» και «Αγάπη Μόνο»), τούτη (που συμπληρώνει το σχετικό puzzle της «Τριλογίας του Όσλο») διαθέτει μια σημαντική διαφορά, που κατά έναν… μαγικό τρόπο διαμορφώνει το ίδιο συμπέρασμα με τις προαναφερθείσες. Οι φλύαροι διάλογοι των προηγούμενων ταινιών έχουν αντικατασταθεί (σε πολύ μεγάλο βαθμό) από ένα ακατάπαυστο voice-over, το οποίο αφενός περιγράφει δίχως σταματημό τα όσα διαδραματίζονται στην οθόνη, αφετέρου δημιουργεί ένα ακόμα μεγαλύτερο αίσθημα πλήξης.
Ο κεντρικός σεναριακός άξονας στα «Όνειρα» δεν διαφέρει (φυσικά) από τα (ήδη γνωστά) προηγούμενα. Ο Χάουγκερουντ εξερευνά εκ νέου το «open» στοιχείο των ερωτικών σχέσεων, θέτοντας ερωτήματα για το κατά πόσο μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία στην οποία ο καθένας θα είχε τη δυνατότητα να ζει τις ιδιωτικές του στιγμές με τον τρόπο που αυτός επιθυμεί, δίχως να νιώθει πως κρίνεται ή καταδικάζεται (ηθικά) από τους γύρω του. Ο Νορβηγός auteur θέτει στο επίκεντρο τούτης της συγκεκριμένα ανοιχτόμυαλης οπτικής μια δεκαεπτάχρονη μαθήτρια, η οποία με το ξεκίνημα κιόλας της γνωριμίας της με την καινούργια καθηγήτρια γαλλικών του σχολείου της καταλαβαίνει πως την έχει ερωτευτεί παράφορα. Η νεαρή Γιοχάνε δεν μπορεί να βγάλει στιγμή από τη σκέψη της την Γιοχάνα (αν υπάρχει κάποιο «αστείο» πίσω από το σχεδόν ομόηχο των ονομάτων, ομολογώ πως δεν το έπιασα), σε σημείο όχι μόνο να επιδιώκει συναντήσεις στο διαμέρισμά της, αλλά να καταγράφει (εν είδει μυθιστορηματικού ημερολογίου) τις διακυμάνσεις της σχέσης τους. Το γεγονός αυτό φέρνει στην επιφάνεια το υφέρπον συγγραφικό της ταλέντο, το οποίο μαζί με αυτή την πρώτη ερωτική της απογοήτευση (και δη ομοφυλοφιλική) γίνεται αντικείμενο αντιπαραθέσεων ανάμεσα στην ίδια, τη γιαγιά και τη μητέρα της.
Ενώ στα δύο προηγούμενα έργα του ο Χάουγκερουντ κατάφερνε να παρουσιάσει (έστω) ένα πλήθος καλογραμμένων διαλόγων (κάποιοι εκ των οποίων είχαν ζουμί, αλλά χάνονταν μέσα στη γενικότερη φλυαρία), στα «Όνειρα» δεν πετυχαίνει ούτε αυτό. Η επιλογή του ν’ αντικαταστήσει το συγκεκριμένο μοντέλο χάριν της voice-over… περιγραφής αποδυναμώνει σε τεράστιο βαθμό την ούτως ή άλλως χλιαρή δυναμική του φιλμ, καθώς η φωνή της Γιοχάνε ακούγεται συνεχώς να μιλά γι’ αυτά που βλέπουμε, λες και χρειάζονταν επεξήγηση. Αφήνεται να εννοηθεί πως τα όσα… εκφωνεί η νεαρή αποτελούν μέρος του περίφημου χειρόγραφού της (η λογοτεχνική αξία του οποίου επαινείται συνεχώς από την ποιήτρια γιαγιά της), εν τούτοις, η προοπτική αυτή κάνει τα πράγματα μάλλον χειρότερα για το φιλμ. Πιο πληκτικό και αδιάφορο κείμενο δεν θα μπορούσε να υπάρξει, με το συγγραφικό «ταλέντο» της ερωτοχτυπημένης Γιοχάνε να εντοπίζεται σε καταθέσεις ψυχής ικανές να προβληματίσουν ένα τσούρμο από έφηβους θιασώτες των απανταχού… σχολικών λευκωμάτων. Ο ενθουσιασμός της γιαγιάς, η οποία δηλώνει έτοιμη να πάρει σβάρνα τους εκδοτικούς οίκους διαβλέποντας τεράστια επιτυχία, δεν αντιλήφθηκα από που προκύπτει.
Όταν κατά το δεύτερο μισό της διάρκειας του φιλμ ο περιγραφικός μονόλογος της Γιοχάνε περιορίζεται, προκειμένου να έρθουν στο προσκήνιο οι σκέψεις μαμάς και γιαγιάς για την ερωτική απογοήτευση της μικρής, τα πράγματα ελάχιστα βελτιώνονται. Οι ενήλικες, γυναικείες οπτικές περί έρωτα, πραγμάτωσης ονείρων και συγγραφής διατηρούν μια ρευστή φεμινιστική ματιά (πιο παραδοσιακή από πλευράς γιαγιάς, ενταγμένης στη σύγχρονη πολιτική ορθότητα από πλευράς μαμάς), η επιχειρηματολογία των οποίων προσπαθεί να διατηρήσει έναν κάποιο υπόγειο κυνισμό με τρόπο ανούσιο. Ο δήθεν χιουμοριστικός διάλογος περί της σημειολογίας του… «Flashdance» (1983) μόνο απορία εγείρει για το που ακριβώς κολλάει. Ο ανεκπλήρωτος κι εμμονικός έρωτας (σε άγουρη ηλικία, μάλιστα) κάπου μοιάζει πως μπορεί ν’ αποτελεί (και) προϊόν εφηβικής φαντασίας, απομακρύνοντας το «Όνειρα» από τη ρεαλιστική βάση των προκατόχων του.
