FreeCinema

Follow us

ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ (2013)

(DON JON)

  • ΕΙΔΟΣ: Ρομαντική Κομεντί
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ
  • ΚΑΣΤ: Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ, Σκάρλετ Τζοχάνσον, Τζουλιάν Μουρ, Τόνι Ντάντζα, Μπρι Λάρσον
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 90’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: SEVEN FILMS

O Τζον Μαρτέλο είναι βγαλμένος μέσα από τη ζώνη του «Jersey Shore». Μπεκροπίνει τα βράδια στα bars με τους φίλους του, γνωρίζει γυναίκες, τις βαθμολογεί, περνάει τις επικρατέστερες από το κρεβάτι του και στάζει ποτάμια ιδρώτα στο συνοικιακό γυμναστήριο κάθε μέρα. Α, και είναι εθισμένος… στο πορνό! Πες αντίο στον Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ από τις «500 Mέρες με τη Σάμερ» που ήξερες…

Κάθε πρώτη σκηνοθετική δουλειά ενός νέου ηθοποιού είναι επικίνδυνη υπόθεση. Πόσω μάλλον όταν ο ίδιος ηθοποιός διατηρεί την ερμηνευτική του ιδιότητα στην ταινία, κατέχοντας και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να ακολουθείς αυστηρές οδηγίες και στο να τις δίνεις ο ίδιος και, ακριβώς γιʼ αυτόν το λόγο, η μετάβαση από την πρώτη στη δεύτερη κατάσταση δεν είναι πάντα ομαλή. Ευτυχώς, η τελευταία τρανταχτή περίπτωση του… Μπεν Άφλεκ αποδεικνύει ότι τίποτα δεν είναι αδύνατο. Αντιθέτως, δίνει την ελπίδα ότι μερικοί μέτριοι ηθοποιοί ίσως απλά να μην έχουν βρει ακόμα την ιδιότητα που τους ταιριάζει περισσότερο στην κινηματογραφική βιομηχανία! Ο Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ σίγουρα δεν ήταν ο μέσος αδιάφορος ηθοποιός και η καριέρα του έχει ήδη να επιδείξει μερικές αξιοσημείωτες ταινίες. Γιʼ αυτόν το λόγο, και μόνο η ιδέα της πρώτης του σκηνοθετικής απόπειρας ήταν αρκετή για να τραβήξει το ενδιαφέρον.

Ο πρωτάρης σκηνοθέτης ξεκινά σπινταριστά το «Δον Ζουάν» του (ας κάνουμε εδώ ένα γρήγορο αλλά καίριο σχόλιο για την… υπεραπλούστευση στα όρια τής φτήνιας τού πρωτότυπου τίτλου στην ελληνική του απόδοση), συστήνοντάς μας αμέσως τόσο τον κεντρικό ήρωα της ταινίας του όσο και την καθημερινότητά του. Ο Τζον Μαρτέλο δεν είναι ο άνδρας που οι φίλοι του αποκαλούν «Δον Τζον» χωρίς λόγο. Γέννημα θρέμμα της ανατολικής ακτής, συνδυάζει την άστατη εργένικη ζωή με μια βαθιά πίστη και συχνές επισκέψεις στην εκκλησία, από τις οποίες αποκομίζει εντολές μετάνοιας που ποσοτικοποιούνται στον αριθμό των «Πάτερ Ημών» που έχει να απαγγείλει. Ταυτόχρονα, συνδυάζει τη βαθιά πίστη με μια έντονη σεξουαλική ζωή. Από το κρεβάτι του περνάνε μόνο όσες βαθμολογούνται με υψηλό score και σίγουρα κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει ότι είναι στερημένος από το σεξ. Ο Τζον, όμως, ήδη από την αρχή που μας συστήνεται, μας εξηγεί γιατί προτιμά το πορνό από το αληθινό σεξ. Ο άνθρωπος έχει πραγματικά επιχειρήματα. Αλήθεια!

Ήδη από τα πρώτα λεπτά ο Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ καταφέρνει να τραβήξει την προσοχή του κοινού. Επαναλαμβανόμενες σκηνές, γρήγορες εναλλαγές, πετυχημένο κωμικό timing και μια γενικότερη ειρωνική αλλά καλοπροαίρετη διάθεση προς το χαρακτήρα τού Τζον συμβάλλουν στη δημιουργία ενός κόσμου που επιθυμούμε να γνωρίσουμε. Ο Τζον είναι αρκετά συμπαθής για να κρατήσει το κοινό, έχει επαρκή ελαττώματα για να προκαλέσει τη ροή της ιστορίας και στο επίκεντρο παρουσιάζει κι ένα σκανδαλιστικό θέμα που κάνει ακόμα πιο πικάντικα τα πράγματα. Ο εθισμός στο πορνό και οι συνέπειές του πάνω στον Τζον προφανώς και δε λαμβάνουν δραματικές διαστάσεις (μπορείς να σταματήσεις, δηλαδή, τις συγκρίσεις με το «Shame», μια άλλη ταινία γύρω από ένα παρόμοιο είδος εθισμού), ούτε ο Λέβιτ προσπαθεί να κάνει βαρυσήμαντες δηλώσεις σχετικά με το θέμα. Ο «Δον Ζουάν» δεν είναι μια ταινία που θα ασκήσει κοινωνική κριτική αλλά μια ανάλαφρη, διασκεδαστική ιστορία, που κάνει την ώρα να περνάει αβίαστα, διασκεδάζει το θεατή χωρίς τύψεις και προσφέρει μερικές στιγμές ξεκαρδιστικού γέλιου.

Καθοριστικής σημασίας σε αυτό είναι η παρουσία της Σκάρλετ Τζοχάνσον. Είναι προφανές ότι η ηθοποιός διανύει μια καταπληκτική χρονιά που της επιτρέπει να αναδείξει πολύπλευρα το ταλέντο της, είτε πρόκειται για την κωμική της πλευρά, όπως εδώ, είτε για τις πιο πειραματικές διαθέσεις της, όπως είδαμε (και ενθουσιαστήκαμε) στο βενετσιάνικο «Under the Skin». Η Μπάρμπαρα τής Τζοχάνσον είναι μία σύγχρονη… Barbie, κομπλέ με τα ψηλά τακούνια, τις προκλητικές καμπύλες, τους γιγάντιους κρίκους στα αυτιά και τη μόνιμη τσίχλα στο στόμα. Σε μια πλήρως ακομπλεξάριστη ερμηνεία, η ηθοποιός παίζει τη χαζογκόμενα της διπλανής πόρτας, συγκεκριμένων στόχων στη ζωή (που περιλαμβάνουν μια βέρα και μερικά παιδιά) και αποφασισμένης να τυραννήσει τον Τζον όσο μπορεί μέχρι να ξαπλώσει στο κρεβάτι του. Η Τζοχάνσον φαίνεται να το διασκεδάζει πραγματικά και είναι η αδιαφιλονίκητη νικήτρια της όλης προσπάθειας.

Στο δεύτερο μισό, όμως, η ταινία μοιάζει να χάνει κάπως την ορμή της. Η είσοδος της Τζουλιάν Μουρ στην ιστορία οδηγεί τις εξελίξεις σε πιο πεπατημένες οδούς και η ταινία αρχίζει να χάνει τη φρεσκάδα της, κάνοντας εμφανές το γεγονός ότι όλο αυτό γίνεται ώστε να προκληθεί η μεταστροφή του Τζον. Το αναγκαστικό ερωτικό τρίγωνο (που τηλεγραφείται και από την αφίσα) αλλά και οι ξεκάθαρα μελό συμβάσεις αλλάζουν το κλίμα, παίρνουν τον ασφαλή το δρόμο και φέρνουν το φιλμ πολύ κοντά στον… εκτροχιασμό. Ευτυχώς, ο Λέβιτ έχει προλάβει ήδη να δημιουργήσει έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα και εκεί έγκειται η επιτυχία της ταινίας. Ακόμα κι όταν τα κλισέ αρχίζουν προς το τέλος να πολλαπλασιάζονται, δε μας πειράζει ιδιαίτερα γιατί νοιαζόμαστε για τον Τζον (και εξακολουθούμε να θαυμάζουμε την Τζοχάνσον).

Στην τελική, ο «Δον Ζουάν» προσφέρει μία πνοή ανανέωσης στο είδος της νεανικής κωμωδίας, δε διστάζει να τολμήσει και, όταν αποτυγχάνει, δεν καταστρέφει με πάταγο ό,τι έχει ήδη χτίσει. Παρεμπιπτόντως, η ταινία όντως περιέχει πολλά αποσπάσματα από ταινίες πορνό. Οι εν λόγω πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες, μάλιστα, αναφέρονται και στους τίτλους τέλους! (Το μοντάζ, βέβαια, έχει γίνει με τέτοιο τρόπο που τελικά νομίζεις ότι βλέπεις περισσότερα από… όσα πραγματικά βλέπεις). Τελική ετυμηγορία; Καθόλου άσχημα για αρχή, κύριε Γκόρντον-Λέβιτ!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ο Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ γυρίζει ανάποδα την εικόνα που έχουν δημιουργήσει γι’ αυτόν οι προηγούμενες ταινίες του και παρουσιάζει έναν γυμνασμένο, σίγουρο για τον εαυτό του χαρακτήρα, που συνδυάζει τις αντικρουόμενες πλευρές τού ήρωά του με ένα χαμόγελο αφέλειας, που τον κάνει ακαταμάχητο. Ναι, είναι αλήθεια ότι κάποιες φορές είναι υπερβολικός, η αγωνία του να παρουσιάσει κάτι φρέσκο τον οδηγεί πολλές φορές στην υπερκινητικότητα και οι εξελίξεις δεν είναι πάντα και οι πιο πρωτότυπες. Η γυαλισμένη εικόνα (που φαίνεται να έχει ξεπηδήσει μέσα από κάποιο πρόγραμμα του MTV), οι γερές δόσεις μουσικών παρεμβολών, οι σπινταριστές ατάκες και η… τύχη τού πρωτάρη, όμως, με κάποιον τρόπο δημιουργούν ένα σύνολο που δεν αργεί να σε παρασύρει, παρά τα ελαττώματά του. Να πας, αλλά έχε επίγνωση του τι πας να δεις, ε;


MORE REVIEWS

ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ 2022

Το κορυφαίο ετήσιο κινηματογραφικό γεγονός της πρωτεύουσας είναι ξανά εθιμικά πιστό στο ραντεβού του με το κοινό, εκ νέου και υγειονομικών συνθηκών επιτρεπουσών σε χειμερινές αίθουσες αποκλειστικά (ΑΣΤΟΡ, ΔΑΝΑΟ, ΙΝΤΕΑΛ, ΤΡΙΑΝΟΝ και, φέτος για πρώτη φορά, ΑΣΤΥ).

ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Νοσοκομειακή ψυχίατρος καλείται να εξετάσει νεοεισαχθείσα σε κατάσταση κρίσης, η οποία πιστεύει πως κάποια υπερφυσική δύναμη «καταλαμβάνει» τα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω της, με αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό ένα αρρωστημένο χαμόγελο. Έξαφνα, αυτοκτονεί μπροστά στα μάτια της κι εκείνη υποψιάζεται πως πρόκειται για ένα είδος «κατάρας» που, πλέον, πέρασε σ’ αυτήν!

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΟΛΑ

Η Χίλντι, μετά την απεξάρτησή της από το αλκοόλ, ανασυνθέτει την καριέρα της στη Νέα Αγγλία, επαναπροσδιορίζοντας αξίες οικημάτων και ζωής, μιλώντας απευθείας στην κάμερα, «στα κορίτσια της» (δύο πανέμορφα σκυλιά και όχι στις κόρες της), στον ψυχίατρο της περιοχής και στον Φρανκ, ένα παλιό της flirt που αναθερμαίνεται. Το οικογενειακό (και όχι μόνο) περιβάλλον θα εκφράσει ανησυχία και gay πρώην σύζυγος θα παρευρεθεί σε δείπνο, κατά το οποίο η Χίλντι μας εξηγεί γιατί τους άφησε να τη στείλουν στην απεξάρτηση και πώς είναι η ζωή της τώρα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Μία δραματοποιημένη απόπειρα καταγραφής της ιστορίας των Αγκότζι, μιας αποκλειστικά γυναικείας ομάδας πολεμιστριών οι οποίες προστάτευαν το Αφρικανικό Βασίλειο της Δαχομέης, από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα.

Η ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Όταν δεξαμενή άντλησης πετρελαίου στις νορβηγικές ακτές καταρρέει, διασώστες και ερευνητές ανακαλύπτουν πως το γεγονός οφείλεται σε κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια του συνηθισμένου ατυχήματος.