ΠΕΘΑΝΕ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ (2025)
(DIE MY LOVE)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Λιν Ράμσεϊ
- ΚΑΣΤ: Τζένιφερ Λόρενς, Ρόμπερτ Πάτινσον, Σίσι Σπέισεκ, Νικ Νόλτε, ΛαΚίθ Στάνφιλντ, Γκαμπριέλ Ρόουζ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 119'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: THE FILM GROUP
Η νεαρή Γκρέις γίνεται μητέρα για πρώτη φορά. Συχνά μόνη και σχεδόν αποκομμένη από τον πολιτισμό, σ’ ένα παλιό σπίτι (κληρονομιά του αυτόχειρα θείου του συζύγου της) στην επαρχία της Μοντάνα, κυριεύεται όλο και περισσότερο από την επιλόχεια κατάθλιψη, καταστρέφοντας σταδιακά τον εαυτό της και διαταράσσοντας επικίνδυνα τις σχέσεις της… με τους πάντες!
Επικό παράδειγμα αποτυχίας του storytelling που… πάει περίπατο (ή μπουσουλάει στα τέσσερα, όπως η Τζένιφερ Λόρενς σε κάμποσες σκηνές του έργου, μπερδεμένη κάπου στο… αλανιάρα «μπεμπέκα» και στο αδικαιολόγητα βλακώδες «μπεμπέκισμα»), το «Πέθανε Αγάπη μου» πεθαίνει πρώτα εσένα (ως θεατή) κι ύστερα την καριέρα της Λιν Ράμσεϊ! Όσο για την Λόρενς, ήδη κουβαλάει πολλές αμαρτίες στη φιλμογραφία της (όχι εκείνη την ταινία του Ντάρεν Αρονόφσκι, ξεπεράστε το, πια!), δεν μαθαίνουμε κάτι καινούργιο εδώ…
Δίχως σαφή σχεδιασμό αφηγηματικού σκελετού και γραμμικότητας, η Ράμσεϊ μας συστήνει μία ηρωίδα που «εγκλωβίζεται» σ’ έναν βίο αυτοκαταστροφής, ως σύζυγος και μητέρα, αν και ερωτευμένη. Η βασική της αφορμή αντίδρασης δείχνει να είναι η (σταδιακή) απουσία του σεξ, κάτι που δεν καταπολεμά ούτε με την πρόκληση, ούτε και με τον αυνανισμό. Σε συνδυασμό με την «εγκατάλειψη» του συζύγου της (για… ασαφείς επαγγελματικούς λόγους που τον κρατούν μακριά από το σπιτικό τους μερικές μέρες την εβδομάδα) και την (επερχόμενη) επιλόχεια κατάθλιψη, η Γκρέις γίνεται ένα ράκος που φλερτάρει με το ψυχιατρείο, καθώς δεν δίνει καμία άλλη υγιή επιλογή στον εαυτό της.
Η ταινία «συναρμολογείται» μέσα από ένα χυμαδιό σεκάνς ψυχολογικής παράκρουσης, φευγαλέας γαλήνης και στιγμών που δεν βγάζουν κανένα απολύτως νόημα (η ύπαρξη του περαστικού οδηγού της μοτοσυκλέτας, που μοιάζει μ’ ένα ερωτικό «φάντασμα» – εκφραστή της καύλας της ηρωίδας), μ’ ένα τόσο «αφηρημένο» στυλ που αναιρεί οποιαδήποτε διάθεση συναισθηματικής ταύτισης του θεατή με τα τεκταινόμενα.
Ειλικρινά, το μόνο που σκεφτόμουν σ’ αυτές τις δύο βασανιστικές ώρες ήταν: α) το… πότε θα περάσουν και β) εάν θα ήταν ποτέ δυνατόν να υπάρξει ένας «μαγικός» τρόπος να τείνω χείρα βοηθείας στην Λόρενς και να την τραβήξω από τούτη την εξευτελιστική έκθεση της παρουσίας (και του ταλέντου) της, πόσω μάλλον σωματικά (μιλάμε για πληθώρα σκηνών στις οποίες εμφανίζεται εντελώς γυμνή και… απροστάτευτη ακόμη κι από την ίδια τη σκηνοθέτιδά της!).
Το «Πέθανε Αγάπη μου» κακοποιεί το φιλμικό είδος του δράματος με καταστάσεις που δεν είναι δυνατόν να γίνουν πιστευτές από τον θεατή, ενώ ακόμη και το καστ υποψιάζει για μια παρόμοια συνθήκη. Θα προτιμούσα να δω τα bloopers από τα γυρίσματα, στοιχηματίζοντας πως (ειδικά) οι δύο πρωταγωνιστές της ταινίας (κατόπιν) θα κυλιόντουσαν στα πατώματα και τα γρασίδια από τα γέλια!
