ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ (2024)
(DIAMANTI)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φερζάν Όζπετεκ
- ΚΑΣΤ: Λουίζα Ρανιέρι, Τζασμίν Τρίνκα, Λορεντάνα Κανάτα, Τζέπι Κουτσιάρι, Βανέσα Σκαλέρα, Στέφανο Ακόρσι, Σάρα Μπόζι, Μιλένα Βούκοτιτς, Λούκα Μπαρμπαρόσα, Φερζάν Όζπετεκ, Βινίτσιο Μαρκιόνι, Ελένα Σοφία Ρίτσι
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 135'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: WEIRD WAVE
Ρώμη, 1974. Οι αδελφές Αλμπέρτα και Γκαμπριέλα, ιδιοκτήτριες atelier υψηλής ραπτικής με ειδίκευση στα κοστούμια για κινηματογραφικές παραγωγές, δέχονται απαιτητική παραγγελία για επερχόμενη ταινία εποχής. Οι πυρετώδεις εργασίες βγάζουν στην επιφάνεια τα προβλήματα, τόσο των αναμεταξύ τους σχέσεων όσο και της καθεμιάς από τις πολλές γυναίκες υπαλλήλους της επιχείρησης.
Γεννημένος στην Τουρκία, αλλά εγκατεστημένος εδώ και δεκαετίες στην Ιταλία, ο Φερζάν Όζπετεκ πραγματοποίησε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στα 1997 με την ταινία «Hamam». Προηγουμένως (και για αρκετά χρόνια) είχε εργαστεί σε διάφορες παραγωγές ως βοηθός, περνώντας αμέτρητο χρόνο στα atelier και ραφεία της Ρώμης, αναζητώντας κοστούμια και υφάσματα. Αντλώντας έμπνευση από αυτά ακριβώς τα νεανικά του χρόνια και επιθυμώντας παράλληλα να αποτίνει φόρο τιμής στις ηθοποιούς με τις όποιες συνεργάστηκε κατά την (σχεδόν) τριαντάχρονη σκηνοθετική του καριέρα, ο Τουρκοϊταλός auteur εμπνεύστηκε τούτα τα «Διαμάντια». Τα καλά νέα είναι πως δεν πρόκειται για ακόμα ένα ματαιόδοξο αυτοβιογραφικό εγχείρημα, από εκείνα που έχουμε συνηθίσει να μας σερβίρουν εσχάτως οι διάφοροι «δημιουργοί». Τα κακά νέα είναι πως (ακόμα χειρότερα) πρόκειται για ένα αυτάρεσκο μελόδραμα, που ενώ επιθυμεί να στείλει γράμμα αγάπης στους αφανείς ήρωες της κινηματογραφικής παραγωγής, ακολουθεί την ευθεία γραμμή του σύγχρονης κοπής «φεμινισμού», που εις το όνομα της γυναικείας αλληλεγγύης βγάζει παλιακή γραφικότητα, σε συνδυασμό με σεναριακή ανεπάρκεια.
Σε μια επίδειξη αχαλίνωτου εγωκεντρισμού, ο Όζπετεκ ανοίγει την ταινία του με… τον ίδιο (!), ο οποίος έχει καλέσει στο σπίτι του δεκαοκτώ αγαπημένες του ηθοποιούς προκειμένου να τους μοιράσει το σενάριο του επερχόμενου φιλμ που θα σκηνοθετήσει, κάνοντας παράλληλα μια πρόχειρη διανομή ρόλων. Η ανάγνωση του γραπτού κειμένου ξεκινά μαζί με την… ταινία μέσα στην ταινία, η οποία μεταφέρει τη δράση στο πολύβουο atelier των αδερφών Κανόβα, με το πολυπληθές (γυναικείο) υπαλληλικό τους προσωπικό. Εκ των δύο αφεντικών της επιχείρησης, η αυστηρή Αλμπέρτα είναι αυτή που παίρνει τις αποφάσεις, κυνηγώντας πάντα τις μεγάλες δουλειές και συμφωνίες, ενώ η ευάλωτη Γκαμπριέλα λειτουργεί ως ο συνδετικός κρίκος για τις μοδίστρες και τις ράφτρες του atelier. Αμφότερες είναι ταλαιπωρημένες από τη ζωή: η μεν πρώτη δεν μπορεί να ξεχάσει κάποιο παλιό της έρωτα που την άφησε να περιμένει μόνη κι έρημη κάποτε στο Παρίσι, η δε δεύτερη αδυνατεί να ξεπεράσει τον χαμό της κόρης της.
Η ταλαιπωρία και τα προβλήματα, εν τούτοις, δεν αποτελούν «προνόμιο» της εργοδοσίας, μιας και όλες οι γυναίκες που ο δύο αδελφές έχουν στη δούλεψή τους βιώνουν έναν καθημερινό Γολγοθά. Εν μέσω ακατάσχετης φλυαρίας και μιας σειράς meló στερεοτύπων, ξετυλίγονται σταδιακά τα θέματα που ταλανίζουν τις διάφορες εργαζόμενες, με τη μία να τρώει άγριο ξύλο από τον σύζυγό της, την άλλη να έχει έφηβο κορίτσι που πρέπει να το σπουδάσει αλλά δεν έχει τα χρήματα, την επόμενη να μην μπορεί να βρει «γιατρικό» για τον καταθλιπτικό γιόκα της που έχει κλειστεί στο δωμάτιο του και… ούτω καθεξής, με κερασάκι στην τούρτα αναρχομπάχαλη ανιψιά, η οποία (κυνηγημένη από την Αστυνομία) βρίσκει καταφύγιο στο atelier, ξεδιπλώνοντας μονομιάς το (άγνωστο μέχρι τότε) ταλέντο της στην ενδυματολογία, μαζί με το (κρυμμένο) πάθος της για την όλη δουλειά (scusi, σινιόρε Όζπετεκ, αλλά αυτό το παραμύθι μας το είπε πρόσφατα η… «Υψηλή Ραπτική»)!
Βασισμένος σε λαϊκότατης προέλευσης μοτίβα, τα οποία ρέπουν σε βαθμό απελπισίας προς την telenovela (στη φάση με την αποκάλυψη της ανάπηρης συζύγου, δεν ήξερα αν πρέπει να κλάψω ή να γελάσω), το στόρι αναδύει μια έντονα «αλμοδοβαρική» αύρα, όμως, εφάμιλλη της παρακμής που βιώνει εσχάτως ο Ισπανός auteur. Τα «δράματα» αφεντικών και υπαλλήλων πετιούνται ως αυτοτελή επεισόδια, αδιαφορώντας για τον μετασχηματισμό τους σε ενιαία, ουσιαστική αφήγηση που κάπου (ίσως) θα οδηγούσε (ειδικότερα η πορεία της υποπλοκής του κακοποιητικού συζύγου είναι για να σηκώσεις τα χέρια ψηλά), έχοντας πλαισιωθεί από διαλόγους που είτε θυμίζουν slogan είτε έχουν ξεσηκωθεί αυτούσιοι από δακρύβρεχτα talk show της απογευματινής ζώνης. Εύλογα, όλο αυτό κάπου ξεχειλώνει (βλέπε και τη διάρκεια), αφήνοντας το πάθος για τα κοστούμια και τη διαδικασία παραγωγής τους να μένουν σε δεύτερο πλάνο. Τούτο αποτελεί τεράστιο κρίμα, μιας και στον τομέα των ενδυμάτων (τα οποία οφείλουν να φτιαχτούν για την «ταινία») η δουλειά που έχει γίνει είναι εξαιρετική. Υποβαθμίζεται άγρια, όμως, από την ανάγκη ανάδειξης της αδελφότητας μεταξύ των γυναικών του atelier. Ο τρόπος που ακολουθείται για να επιτευχθεί, εν τούτοις, θυμίζει λαμπερό δώρο που κάτω από το περιτύλιγμά του χάσκει το κενό. Το δε «meta» φινάλε του ρίχνει… τόνους νερού στον μύλο της σκηνοθετικής αυταρέσκειας του Όζπετεκ.
