ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΓΑΠΗΣ (2025)
(DES PREUVES D’AMOUR)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αλίς Ντουάρ
- ΚΑΣΤ: Ελά Ρουμπφ, Μονιά Σοκρί, Νοεμί Λβοβσκί, Ζιλιέν Γκασπάρ-Ολιβερί, Ζαν Ερί
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 96'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: CINOBO
Καθώς ο γάμος μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου έχει ψηφιστεί από το γαλλικό κοινοβούλιο, η Σελίν και η Ναντιά περιμένουν το πρώτο τους παιδί. Ενώ, όμως, η εγκυμοσύνη αναγνωρίζει αυτόματα στην κυοφορούσα Ναντιά τα δικαιώματα της μητέρας, η Σελίν οφείλει ν’ αποδείξει στον νομοθέτη ότι είναι άξια να λογίζεται ως γονέας του μωρού.
Το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό ντεμπούτο της Αλίς Ντουάρ βασίζεται στο δικό της μικρού μήκους φιλμ «L’Attente» (2022), με αμφότερα τα δύο εγχειρήματα να στηρίζονται σε δικές της προσωπικές εμπειρίες. Η Γαλλίδα auteur χρησιμοποιεί στα «Γράμματα Αγάπης» το κοινωνικοπολιτικό παρασκήνιο της πατρίδας της την εποχή που ακολούθησε την ψήφιση του νομοσχεδίου «Mariage pour Tous» («Γάμος για Όλους», κατοχυρώθηκε στις 17 Μαΐου του 2013), προκειμένου ν’ αναδείξει έναν γραφειοκρατικό παραλογισμό που ο συγκεκριμένος Νόμος δεν έλαβε υπόψη (λίγα χρόνια αργότερα, η συγκεκριμένη αβλεψία διορθώθηκε). Η ταινία της κρατά χαμηλούς τόνους, βρίθοντας ευγενών προθέσεων, όμως, πάσχει στον τομέα του σεναρίου. Σταδιακά γίνεται φανερό πως αυτά τα «Γράμματα» δεν διαθέτουν στοχευμένο σεναριακό άξονα, χρησιμοποιώντας ως δορυφόρους της αρχικής ιδέας μικρές «υποπλοκές» οι οποίες, δίχως ακριβώς να την υποβαθμίζουν, αφήνουν τη γεύση του ανολοκλήρωτου.
Συνειδητοποιώντας ότι ο Νόμος δεν της εξασφαλίζει αυτόματη γονική αναγνώριση, η Σελίν, (ακολουθώντας τη συμβουλή της δικηγόρου της) αναγκάζεται να ξεκινήσει διαδικασία υιοθεσίας του παιδιού που κυοφορεί… η νόμιμη σύζυγός της! Ένα από τα βασικά προαπαιτούμενα της επικείμενης δίκης, βάσει της οποίας θα κριθεί κατά πόσο πληροί τις γονικές προϋποθέσεις, είναι η προσκόμιση γραπτών μαρτυριών από τον φιλικό και οικογενειακό της κύκλο (εξού και o ελαφρώς ειρωνικός αυθεντικός τίτλος, «Αποδείξεις της Αγάπης»), οι οποίες θα διαβεβαιώνουν υπέρ των ικανοτήτων και πηγαίων αισθημάτων της. Η συγκεκριμένη συνθήκη την αναγκάζει να στραφεί (μεταξύ άλλων) προς την αποξενωμένη από χρόνια μητέρα της, καθώς η μαρτυρία της κρίνεται ως άκρως σημαντική για την επίτευξη του στόχου.
Στην αρχή, μοιάζει πως η προσπάθεια επαναπροσέγγισης μάνας – κόρης υπό το πρίσμα ενός queer γάμου και της δεδομένης ανάγκης θα λειτουργήσει ως η βασική σεναριακή παράμετρος. Τούτο δεν συμβαίνει, όμως, μιας και ο σκηνοθετικός σκοπός δεν ήταν η βουτιά σε κάποια βαθιά, μπεργκμανικού τύπου νερά, αλλά η ανάδειξη της αβεβαιότητας των ομόφυλων ζευγαριών, καθώς αυτά ένιωθαν όμηροι ενός συστήματος που από τη μία πανηγύριζε για την θεσμοθέτηση των δικαιωμάτων τους, ενώ από την άλλη έθετε παράλογα όσο και γραφειοκρατικά εμπόδια στην ολοκλήρωση της ευτυχίας τους. Ως εκ τούτου, το στόρι αποτελείται από «μικρά», καθημερινά επεισόδια, τα οποία επιχειρούν να καθρεφτίσουν μια σειρά από συμπεριφορές και καταστάσεις (προκατάληψη, κατανόηση, ευφορία, εκνευρισμό) που φορτώνουν το σενάριο δίχως ν’ ακολουθούν κάποια συγκεκριμένη αφηγηματική γραμμή.
Η προσπάθεια ν’ αναλυθεί το θεσμικό πλαίσιο της εποχής σε συνδυασμό με το ψυχολογικό βάρος της μη βιολογικής μητρότητας και των δυσλειτουργικών οικογενειακών σχέσεων, κάπου σκοντάφτει στο αποσπασματικό της όλης προσέγγισης και της απουσίας νεύρου στη γραφή σεναριακά. Εάν υπάρχει έγνοια κι αγάπη, τα πολιτικά και πολιτισμικά εμπόδια δεν μπορούν να σταθούν ως ανάχωμα στη δημιουργία οικογένειας.
