Η ΟΜΗΡΙΑ (2026)
(DEAD MAN’S WIRE)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα Εγκλήματος
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γκας Βαν Σαντ
- ΚΑΣΤ: Μπιλ Σκάρσγκαρντ, Ντέικρ Μοντγκόμερι, Κάρι Έλγουις, Μαϊχά’λα, Κόλμαν Ντομίνγκο, Τζον Ρόμπινσον, Κέλι Λιντς, Αλ Πατσίνο
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 104'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ
8 Φεβρουαρίου 1977, Ιντιανάπολις. Ο Τόνι Κιρίτσις εισβάλλει στα γραφεία της επενδυτικής τράπεζας Meridian Mortgage και υπό την απειλή όπλου παίρνει όμηρο τον γιο του ιδιοκτήτη της. Θεωρώντας πως έχει πέσει θύμα εξαπάτησης, τούτο είναι το μόνο χαρτί που του έχει μείνει (πια) να παίξει. Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα.
Οι καλές μέρες του Γκας Βαν Σαντ έχουν σταματήσει στο οσκαρικό και άκρως πετυχημένο «Milk» του 2008. Έκτοτε, η καριέρα του έχει πάρει την κάτω βόλτα, παρουσιάζοντας (στην καλύτερη) χρυσές μετριότητες τύπου «Μην Ανησυχείς, Δεν θα Φτάσει Μακριά με τα Πόδια» (2018). Επτά σχεδόν χρόνια έπειτα από το τελευταίο του εγχείρημα, ο Αμερικανός σκηνοθέτης επιστρέφει μ’ ένα φιλμ που μοιάζει να τον φέρνει πίσω στα παλιά του κριτικού ύφους του από τη δεκαετία του ’90. Επί του πρακτέου, «Η Ομηρία» είναι μια άνευρη και κουραστική αναπαράσταση ενός αληθινού συμβάντος, που όπως σερβίρεται εδώ θα ήταν μάλλον καλύτερα να είχε γυριστεί υπό μορφή ντοκιμαντέρ (ή, πιο σωστά, να είχε παραμείνει μόνο τέτοιο, μιας και η ταινία αντλεί έμπνευση από το φιλμ τεκμηρίωσης «Dead Man’s Line» του 2018).
Τα γεγονότα που άρχισαν να ξετυλίγονται την κρύα εκείνη μέρα του χειμώνα του 1977 στην Ιντιανάπολις, οδήγησαν σε μια κατάσταση ομηρίας που διήρκησε εξήντα τρεις ώρες, καθώς ο απελπισμένος Τόνι Κιρίτσις μπούκαρε (με μια καραμπίνα κρυμμένη παραμάσχαλα) στα γραφεία της Meridian Mortgage, έχοντας κανονισμένο rendezvous με τον ιδιοκτήτη της. Όταν ενημερώθηκε πως αυτός απουσίαζε, έπιασε όμηρο τον γιο του, περνώντας ένα σύρμα γύρω από τον λαιμό του, το οποίο είχε συνδέσει με τη σκανδάλη του όπλου του. Υπό αυτές τις συνθήκες τον οδήγησε στο σπίτι του, όπου ταμπουρωμένος εντός του ξεκαθάρισε προς την Αστυνομία τους λόγους της πράξης του, ανακοινώνοντας παράλληλα τα αιτήματά του. Η πέτρα του σκανδάλου ήταν ένα οικόπεδο που ο Κιρίτσις είχε αγοράσει με τις ευλογίες της τράπεζας στην περιοχή, για να συνειδητοποιήσει πως ο ιδιοκτήτης της (για λόγους προσωπικού συμφέροντος) έβαλε τρικλοποδιά στη μεγάλη επένδυση (τύπου mall) την οποία σχεδίαζε, προκαλώντας του σημαντική οικονομική ζημιά. Το δημοσιογραφικά αβανταδόρικο της όλης κατάστασης έπεσε γρήγορα στην αντίληψη των τηλεοπτικών δικτύων, τα οποία κατασκήνωσαν έξω από την οικία του θύτη καλύπτοντας «λεπτό προς λεπτό» τις εξελίξεις, ενώ ο ίδιος ο Κιρίτσις φρόντισε ν’ ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας με τον αγαπημένο του DJ τοπικού ραδιοσταθμού, τον οποίο (κατά κάποιο τρόπο) «όρισε» ως διαμεσολαβητή και εξομολογητή του!
Η ιδέα ανάδειξης ενός απαγωγέα σε κάτι που παραπέμπει σε λαϊκό ήρωα τύπου «Σκυλίσια Μέρα» (1975), ο οποίος τα βάζει με το άπληστο τραπεζικό σύστημα ξεμπροστιάζοντας τη ρεμούλα του, διαθέτει διαχρονικό κοινωνικοπολιτικό ενδιαφέρον που θα μπορούσε να λειτουργεί ως παραβολή για τα ανάλογα που συμβαίνουν και σήμερα (όχι μονάχα στην Αμερική, αλλά παντού). Ατυχώς, ο Βαν Σαντ επιλέγει έναν τρόπο αφήγησης που όταν δεν δείχνει απόλυτα ξεπερασμένος (η ένθεση φωτογραφικών στιγμιότυπων δίκην «reportage»), δείχνει αναποφάσιστος ανάμεσα στο δράμα, το θρίλερ και την (κατά λάθος;) παρωδία! Το ακόμα χειρότερο είναι πως ως πλέον πετυχημένη παράμετρος εκ των τριών στέκει η… τρίτη, καθώς σε αυτό συμβάλλει τόσο η ολιγόλεπτη εμφάνιση του Αλ Πατσίνο, όσο και η εν γένει αντιμετώπιση της υπόθεσης από τις Αρχές. Το γεγονός πως ο Κιρίτσις δεν μοιάζει να λαμβάνεται στα σοβαρά σχεδόν από κανέναν, αφαιρεί πολλούς πόντους από την επιδιωκόμενη αντισυμβατικότητα του χαρακτήρα του, κάνοντάς τον να γλιστρά σταδιακά προς τη γραφική αφέλεια.
Αδιαφορώντας επί της ουσίας να εντάξει το συγκεκριμένο γεγονός στην ταραγμένη αμερικανική περίοδο που ακολούθησε το σκάνδαλο του Watergate (ενισχύοντας τη δυσπιστία έναντι των θεσμών), ο Βαν Σαντ αρκείται στην ανάδειξη ενός αξιοπερίεργου γεγονότος… απλά και μόνο παρατηρώντας το. Η παγίδευση της δράσης αποκλειστικά σχεδόν εντός του σπιτιού του Κιρίτσις στέκει ως ανυπέρβλητο εμπόδιο για τη δημιουργία σασπένς, όσο κι αν ο Μπιλ Σκάρσγκαρντ το παλεύει μένοντας άγρυπνος για δύο μερόνυχτα με μια καραμπίνα στα χέρια. Από το μέσον της διάρκειας του φιλμ και μετά, ο ρυθμός αρχίζει να χωλαίνει χαρακτηριστικά, αφήνοντας τον θεατή σε θέση να περιμένει να δει που θα καταλήξει όλο αυτό όχι γιατί έχει φάει τα νύχια του από το ενδιαφέρον, αλλά (πρωτίστως) εξαιτίας του παράξενου της όλης κατάστασης, μαζί και της βεβαιότητας ότι αυτοί που έκλεβαν τον κοσμάκη σαράντα χρόνια πριν… εξακολουθούν να το κάνουν και σήμερα!
