Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΡΑ (2024)
(DAY OF THE FIGHT)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζακ Χιούστον
- ΚΑΣΤ: Μάικλ Πιτ, Ρον Πέρλμαν, Νικολέτ Ρόμπινσον, Στιβ Μπουσέμι, Τζο Πέσι, Τζον Μάγκαρο, Ανατόλ Γιουσέφ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 108'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: CINOBO
Τη μέρα του πρώτου του αγώνα έπειτα από την αποφυλάκισή του, πρώην πρωταθλητής της πυγμαχίας αποφασίζει να κλείσει όλες του τις προσωπικές εκκρεμότητες, όσο ψυχοφθόρες κι αν είναι.
Η πρώτη σκηνοθετική απόπειρα του Τζακ Χιούστον καταπιάνεται με το γνώριμο αφήγημα της προσωπικής εξιλέωσης, έχοντας στο φόντο της τον κόσμο της πυγμαχίας. Η δομή του θυμίζει την «25η Ώρα» (2002), με τη διαφορά πως στην προκειμένη ο ήρωας δεν βαδίζει προς τη φυλακή αλλά προς το ring, για να δώσει την πρώτη του πυγμαχική μάχη έπειτα από δέκα ολόκληρα χρόνια.
Ο εν λόγω πυγμάχος είναι ο ιρλανδικής καταγωγής Μάικ Φλάνιγκαν, τοπικός ήρωας της γειτονιάς του Μπρούκλιν όπου μεγάλωσε, ο οποίος μετά από ποινή φυλάκισης δέκα ετών εξαιτίας αυτοκινητικού δυστυχήματος που προκάλεσε οδηγώντας μεθυσμένος, είναι έτοιμος ν’ ανεβεί ξανά στο ring του Madison Square Garden. Ενώ εμφανίζεται ευγνώμων για την ευκαιρία που του δίνεται ν’ αγωνιστεί έπειτα από τόσο καιρό απραξίας, χρησιμοποιεί ολόκληρο το πρωινό της συγκεκριμένης μέρας προκειμένου να αναστοχαστεί τη ζωή του. Δεν είναι μόνο το πως ένα άσχημο χτύπημα θα μπορούσε κυριολεκτικά να τον σκοτώσει (ένεκα εγκεφαλικής βλάβης ως απόρροια εκείνου του δυστυχήματος), αλλά πολύ περισσότερο η πληθώρα από εκκρεμότητες της προσωπικής του ζωής, που το αρκετά μεγάλο διάστημα εγκλεισμού του δεν τον άφησαν να «τακτοποιήσει». Οι διαταραγμένες σχέσεις με την κόρη του, την πρώην σύζυγό του, τους φίλους του, τον προπονητή του και (πάνω απ’ όλα) με τον πατέρα του είναι ζητήματα τα οποία οφείλουν να κλείσουν πριν τον βραδινό μεγάλο αγώνα.
Ενώ εκ πρώτης όψεως «Η Μεγάλη Μέρα» μοιάζει με ακόμα μία ταινία για τον κόσμο της πυγμαχίας, στην πραγματικότητα αφορά έναν «κατεστραμμένο» από τη ζωή άνδρα, ο οποίος συνειδητοποιεί πως έχει φτάσει η κατάλληλη στιγμή ώστε ν’ αναλογιστεί τα πεπραγμένα του εν είδει προσωπικής ενδοσκόπησης. Τα αρκετά flashback και τα πολλά διαλογικά set με κάθε έναν από τους φίλους και συγγενείς που ο Μάικ συναντά, παλεύουν να ενισχύσουν την δραματουργική ένταση του έργου δίχως ν’ αποφεύγουν την παγίδα του στερεότυπου. Η εξομολόγηση στον κολλητό του φίλο – ιερέα ή η βόλτα με την πρώην σύζυγό του ακολουθούν τη γλυκόπικρη πορεία εξιλέωσης που ο καθείς φαντάζεται, καθώς αναμοχλεύουν με τρόπο ελαφρώς επιφανειακό τα θεματικά μοτίβα που η πλοκή προστάζει. Παιδικά τραύματα, ηθική κατάρρευση, αγιάτρευτες τύψεις, πατρική φιγούρα και λυτρωτική επιδίωξη αποτελούν το πλαίσιο γύρω από το οποίο περιστρέφεται η μέρα του Μάικ πριν φορέσει το σορτσάκι του για ν’ ανεβεί στο ring.
Αν και στερείται αφηγηματικής δύναμης (κάθε συνάντηση του Μάικ μοιάζει σαν ένα εντελώς διαφορετικό επεισόδιο), το φιλμ καταφέρνει κατά το πρώτο του μέρος να διατηρήσει ένα minimum (έστω) ενδιαφέροντος χάρη και στις guest εμφανίσεις των καλών ονομάτων του καστ. Όταν, όμως, «Η Μεγάλη Μέρα» μεταφέρει τη δράση της στον πυγμαχικό αγώνα, μετατρέπεται σ’ ένα δεύτερης διαλογής αθλητικό θέαμα (που έχουμε δει δεκάδες φορές, σε απείρως καλύτερες εκδοχές), μιας και η κινηματογράφηση (ένεκα και του χαμηλότατου budget) στερείται της απαραίτητης δυναμικής. Η περαιτέρω ενδοσκόπηση που ακολουθεί μετά το σφύριγμα του διαιτητή τραβά αχρείαστα σε μάκρος, οδηγώντας στο με μαθηματική ακρίβεια προδιαγεγραμμένο φινάλε. Άλλωστε, τα είχε πει όλα ο Μάικ στον βαριά άρρωστο πατέρα του, κατά την επίσκεψή του στο γηροκομείο (στην ίσως καλύτερη σκηνή του έργου). Δεν χρειαζόταν ακόμα ένας τελικός γύρος.
