ΔΑΒΙΔ: ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΘΡΥΛΟΣ (2025)
(DAVID)
- ΕΙΔΟΣ: Animation
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φιλ Κάνινγκχαμ, Μπρεντ Ντάγουες
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 115'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: THE FILM GROUP
Η βιβλική ιστορία του μικρού βοσκού Δαβίδ, ο οποίος χάρη στην πίστη, την αποφασιστικότητα και το… τραγούδι έγινε βασιλιάς των Ιουδαίων.
Αφού έπιασε την καλή με την ανέλπιστα μεγάλη εμπορική επιτυχία της «Μελωδίας της Ελευθερίας» (2023), η εταιρεία παραγωγής Angel δεν αποκλείεται να σκέφτηκε πως η… κατήχηση καλό είναι να αρχίζει από μικρή ηλικία. Έπειτα, λοιπόν, από τον animated Ιησού του «Βασιλιά των Βασιλιάδων», έρχεται (στο) καπάκι το επόμενο κεφάλαιο θρησκευτικού προσηλυτισμού μέσω του βιβλικού «Δαβίδ».
Για ακόμη μία φορά (σε ό,τι αφορά τις παραγωγές της Angel), το πρόβλημα του φιλμ ξεκινά από την ίδια του την πρόθεση. Ο «Δαβίδ» έχει σχεδιαστεί λιγότερο για να υπηρετήσει την Τέχνη του animation και περισσότερο για να ικανοποιήσει τη συγκεκριμένη «πελατεία» του studio. Καταφέρνοντας να συγκεντρώνει εκατομμύρια δολάρια από τους πιστούς της μέσω crowd-funding, το τελευταίο πράγμα που θα σκεφτόταν να κάνει η Angel θα ήταν να τους δυσαρεστήσει. Η πίστη, εν τούτοις, δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ολοκληρωμένο κινηματογραφικό έργο που (εν προκειμένω) σκοπό του έχει να ψυχαγωγήσει μικρούς και μεγάλους. Αντιθέτως (και κρίνοντας από το αποτέλεσμα τούτου), η εμμονική προσήλωση πολύ εύκολα μπορεί να πάρει τη μορφή ενός πολυδάπανου όσο και ατελείωτου video, που ως (μοναδικό) εν δυνάμει κοινό του υπολογίζει τα απανταχού κατηχητικά σχολεία.
Από πλευράς στόρι, η ταινία ακολουθεί την πλέον ενδεδειγμένη «βιογραφική» οδό, ξεκινώντας από τα ποιμενικά, παιδικά χρόνια του Δαβίδ, τη διστακτική συνειδητοποίηση πως αποτελεί τον εκλεκτό του Θεού (προκειμένου να διαδεχθεί τον βασιλιά Σαούλ), την πολυκύμαντη σχέση του με τον τελευταίο, αλλά και τη βαθιά φιλία που τον ένωσε με το γιο του Ιωνάθαν. Καθώς το σενάριο ξεδιπλώνεται, χρησιμοποιεί ως σημείο καμπής την περίφημη μονομαχία με τον Γολιάθ, η οποία στέκει ως αφορμή διατάραξης των ισορροπιών, δημιουργώντας συνθήκες εσωτερικής αναζήτησης, όσο και εκατέρωθεν αμφιβολιών.
Όλα τα παραπάνω παρουσιάζονται με έναν παντελώς ανέμπνευστο τρόπο, που όταν προσπαθεί να μείνει πιστός στα βιβλικά κείμενα αντιλαμβάνεται πως ορισμένες παράμετροι της ζωής του Δαβίδ κάνουν… «τζιζ» (οι αμέτρητες σύζυγοι και παλλακίδες), οπότε απλά… τις προσπερνά (!), ενώ όταν επιχειρεί να ξεφύγει από τα στεγανά της Παλαιάς Διαθήκης καταλήγει να θυμίζει άγαρμπη καρικατούρα του «Σπάρτακου» (1960).
Αμφότερες οι συνθήκες, όμως, ωχριούν μπροστά στη… μουσική διάσταση της ταινίας. Ακολουθώντας πιστά το πλέον ενδεδειγμένο μοντέλο της Disney, η Angel εκμεταλλεύεται την κλίση του Δαβίδ προς την ποίηση και τις νότες, γεμίζοντας το φιλμ με αμέτρητα, εύπεπτα pop τραγουδάκια, που από στιχουργικής απόψεως δεν προσφέρουν τίποτε άλλο πέρα από αφελείς «δονήσεις λατρείας», ενώ από μουσικής μοιάζουν με απορριπτέα demo κάποιας… δωδεκάχρονης Τέιλορ Σουίφτ. Αδιαφορώντας να λειτουργήσουν ως μοχλός εξέλιξης της πλοκής, απλά την διακόπτουν, ξεχειλώνοντας τη συνολική διάρκεια και στέλνοντας τον βαθμό της πλήξης στα ουράνια. Προς τα εκεί, δηλαδή, που αιωρείται ένα κομμάτι από τον χιτώνα του Δαβίδ, σε ένα παιδιάστικης αντίληψης εύρημα «θεϊκής» υπόστασης.
