FreeCinema

Follow us

ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ (2021)

(DASHTE KHAMOUSH)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αχμάντ Μπαχραμί
  • ΚΑΣΤ: Αλί Μπαγκερί, Τουράζ Αλβάντ, Μαζίντ Φαρχάνγκ, Μαντί Νασάζ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 102'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ONE FROM THE HEART

Σ’ ένα απομακρυσμένο, παραδοσιακό εργοστάσιο παραγωγής τούβλων, ένας άνδρας θα «παίξει» το τελευταίο χαρτί της προσωπικής του επανάστασης, όταν το αφεντικό ανακοινώσει το κλείσιμό του και, συνακόλουθα, την απόλυση των λιγοστών εργαζόμενων σ’ αυτό.

Έχουμε ξαναπεί πως το ιρανικό σινεμά δεν είναι για όλους. Άλλοτε ακροβατώντας μεταξύ δράματος και της ανάδειξης ενός καίριου, σύγχρονου κοινωνικού σχολιασμού κι άλλοτε μένοντας πιστό στην κινηματογραφική φόρμα, η εθνική σχολή του Ιράν έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια δική της, εντελώς ξεχωριστή ματιά, αναγνωρίσιμη σε παγκόσμιο επίπεδο, γεγονός που αποτελεί παράλληλα ευχή και κατάρα. Στην περίπτωση του Αχμάντ Μπαχραμί και του σκηνοθετικού του ντεμπούτου, πιθανότατα και να μιλάμε για το δεύτερο, με την «Έρημη Χώρα» ν’ αποτελεί ένα ακόμη φεστιβαλικό «διαμάντι», από τα πολλά που έχουμε σερβιριστεί τα τελευταία χρόνια, μόνο για ν’ αποδειχτεί τελικά… άνθρακας ο θησαυρός.

Κάπου σ’ ένα απομακρυσμένο, εντελώς απομονωμένο εργοστάσιο παραγωγής τούβλων, εκεί όπου πεθαίνουν τα όνειρα, μια μικρή κοινότητα ανθρώπων ζει (;) και αναπνέει (;). Οι ελάχιστοι εργαζόμενοι βιώνουν (κυριολεκτικά) μία «από την παραγωγή, στην κατανάλωση» καθημερινότητα, δουλεύοντας σε άθλιες συνθήκες, κάτω από τον ήλιο, τη ζέστη και την αδυσώπητη σκόνη που πλέον βρίσκεται μέσα σε κάθε πιθανή κι απίθανη οπή του σώματός τους, ξαποσταίνοντας (για λίγο μόνο) σε κάτι πλίνθινα παραπήγματα που ούτε ο Θεός ο ίδιος δεν μπορεί να κάνει σπίτια. Ένα ωραίο πρωί, το αφεντικό θα ανακοινώσει πως το εργοστάσιο κλείνει, οπότε όλοι θα πρέπει να μαζέψουν τα λιγοστά τους υπάρχοντα και ν’ αναζητήσουν την τύχη τους (την ποια;) στην πόλη. Όλοι, εκτός από τον επί χρόνια επιστάτη του εργοστασίου, Λοτφολάχ, έναν πειθήνιο, μοναχικό άνδρα, δίχως οικογένεια, ο οποίος λειτουργούσε από πάντα ως ο μοναδικός διάμεσος αφεντικού και εργαζομένων. Τώρα, βλέποντας το μοναδικό σταθερό πράγμα που είχε ποτέ στη ζωή του να καταρρέει, οι αποφάσεις που θα πάρει για το μέλλον θα είναι δραματικές.

Δεν ξέρω αν υπάρχει χειρότερο πράγμα για μια ταινία, από το να είναι σχετικά μικρή σε διάρκεια, αλλά να σου δίνει την εντύπωση πως κρατάει… ώρες επί ωρών. Αυτή ακριβώς ήταν η εμπειρία μου με το φιλμ του Μπαχραμί, στο οποίο ο ρυθμός είναι κάτι το άγνωστο, ιδιαίτερα από τη στιγμή που (πρακτικά) δεν υφίσταται καν κάποιο σενάριο! Φαντάζομαι πως η κεντρική (ας πούμε) ιδέα του Μπαχραμί, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο, θα λειτουργούσε τέλεια σε μια μικρού μήκους ταινία, όχι όμως και σ’ ένα ντεμπούτο μεγάλου μήκους που πρέπει με κάποιον τρόπο να βασίσεις πάνω σε μια ιστορία. Και εδώ ιστορία… δεν! Αν εξαιρέσει κανείς την ασπρόμαυρη φωτογραφία του Μασούντ Αμίνι Τιράνι (που δεν προτείνει και κάτι το πρωτοφανές, ειλικρινά), όλη η υπόλοιπη ταινία «χάνει» στο βασικότερο όλων: την ουσία.

Θα διαβάσεις κείμενα εκεί έξω για το πως ο Μπαχραμί κατασκευάζει εδώ το φιλμικό του σύμπαν, εμπνευσμένος από το… «Ρασομόν» του Ακίρα Κουροσάουα και πράγματι υπάρχει μια έμμεση αναφορά στον μεγάλο Ιάπωνα δημιουργό, που όμως αφορά πρωτίστως στον τρόπο της αφήγησης και όχι στο περιεχόμενο αυτής, γεγονός που καθιστά την απόπειρα του Ιρανού σκηνοθέτη «κούφια» σε καθαρά λειτουργικό επίπεδο. Από τη μια πλευρά έχεις την ρηξικέλευθη απόφαση του Κουροσάουα να «παίξει» με τις διαφορετικές μαρτυρίες στο σενάριο του classic από το 1950, μια ευφυή επιλογή που εξυπηρετεί απόλυτα και ανανεώνει το ίδιο το αφηγηματικό οικοδόμημα του κινηματογράφου, και από την άλλη έχεις τον Μπαχραμί που «δανείζεται» αυτή την πρωτοπορία… γιατί έτσι. Η μοναδική, πραγματικά εξόφθαλμη επιρροή στην ταινία του, ίσως μπορεί ν’ αναζητηθεί στο σινεμά του Μπέλα Ταρ (ασπρόμαυρη φωτογραφία, αργός ρυθμός, περιορισμένη πρόζα), αλλά και πάλι εδώ το εικαστικό / τεχνικό κομμάτι δεν δουλεύει, γιατί πολύ απλά δεν φαίνεται να υπάρχει ένα στοιχειώδες περιεχόμενο πίσω από το «φεστιβαλικό» (φευ) φαίνεσθαι του φιλμ. Ακόμα και το γεγονός πως μαρκετίστικα η ταινία προωθείται ως μια ιστορία στην οποία ο πρωταγωνιστής Λοτφολάχ, κάνει ό,τι κάνει εξαιτίας του έρωτά του για την όμορφη Σαρβάρ, μικρή έως ελάχιστη σχέση έχει με όλα όσα διαδραματίζονται για 102 λεπτά στην μεγάλη οθόνη. Αναμενόμενα, το φινάλε πρόκειται να εγείρει πολλά ερωτηματικά, αλλά και πάλι, σκεφτείτε κατόπιν της θέασής της, πόσο καλύτερα θα λειτουργούσε το εν λόγω τέλος σε μια μικρού μήκους ταινία…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Όσο οι «δημιουργοί» συνεχίζουν να πιστεύουν πως μπορούν να κάνουν ταινίες με… βλέμματα, παύσεις, αψυχολόγητα traveling και λειψά σενάρια, τόσο θ’ αναγκαζόμαστε να βλέπουμε ταινίες όπως η «Έρημη Χώρα» σε… επίσης έρημες αίθουσες. (Θα δει ο Φραγκούλης το ένα «αστεράκι» και θα γίνει μπουρλότο, ενώ θα έπρεπε να διεκδικώ επίδομα ανθυγιεινής…)


MORE REVIEWS

ΚΑΠΟΙΑ ΜΙΛΗΣΕ

Δύο δημοσιογράφοι της εφημερίδας The New York Times αναλαμβάνουν το reportage που αποκάλυψε σωρεία καταγγελιών για σεξουαλική κακοποίηση και παρενόχληση γυναικών από τον κινηματογραφικό παραγωγό Χάρβεϊ Γουάινστιν.

ΣΩΣΕ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Μια ομάδα από ξωτικά - προστάτες των δέντρων θα κάνουν ό,τι περνά από τα μικροσκοπικά τους χέρια, προκειμένου να καταφέρουν να σώσουν το πάρκο της πόλης από τα σατανικά σχέδια του Δημάρχου, ο οποίος θέλει να το μετατρέψει σε… τεχνολογικό ανοσιούργημα!

ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ

Κάπου στο βόρειο Δουβλίνο, η μητέρα της Σαρ εξαφανίζεται. Όταν τελικά επιστρέφει στο σπίτι, η Σαρ συνειδητοποιεί πως κάτι πάει… πολύ λάθος μ’ εκείνη.

DEVOTION: ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΑΙΘΕΡΩΝ

Οι πιλότοι του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού προετοιμάζονται ν’ αντιμετωπίσουν τον κόκκινο κίνδυνο, όποτε κι όπου αυτός εμφανιστεί! Το καλοκαίρι του 1950, λοιπόν, οι δυνάμεις της Βόρειας Κορέας περνούν τον 38ο παράλληλο... Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα.

ΛΑΪΛ, Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΣ

Νεοαφιχθείσα στη Νέα Υόρκη οικογένεια ανακαλύπτει στο πατάρι του σπιτιού της έναν… ολοζώντανο κροκόδειλο! Ο Λάιλ δεν είναι ένα συνηθισμένο ερπετό, καθώς έχει την ικανότητα να τραγουδά με χάρη που θα ζήλευαν και τα πρώτα αστέρια του πενταγράμμου. Μπορεί, όμως, ένας κροκόδειλος να ζήσει ως κατοικίδιο τη σήμερον ημέρα;