ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ (2025)
(DANGEROUS ANIMALS)
- ΕΙΔΟΣ: Τρόμου
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σον Μπερν
- ΚΑΣΤ: Χάσι Χάρισον, Τζάι Κόρτνεϊ, Τζος Χιούστον, Έλα Νιούτον, Λίαμ Γκρέινκι, Ρομπ Κάρλτον
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 98'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: THE FILM GROUP
Η Ζέφιρ, μία ανεξάρτητη και αυτάρκης νεαρή surfer, θα αιχμαλωτιστεί από έναν μανιακό δολοφόνο που σκοπεύει να την δώσει τροφή στους καρχαρίες. Για να σωθεί, πρέπει να βρει τρόπο να φύγει από το σκάφος του, πράγμα διόλου εύκολο για μια φυλακισμένη και δεμένη με χειροπέδες.
Το να πεις ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μία ακόμη παραλλαγή της μεγάλης επιτυχίας του Στίβεν Σπίλμπεργκ από τη δεκαετία του ’70, θα ήταν εξαιρετικά μειωτικό για την ταινία του Σον Μπερν, γνωστού μας ήδη από το προ δεκαετίας προηγούμενο φιλμ τρόμου του, «Το Δέλεαρ του Διαβόλου». Κι αυτό επειδή, παρόλο που τα φοβερά σαγόνια και τα κοφτερά δόντια των δολοφόνων της θάλασσας καταβροχθίζουν ό,τι βρεθεί μπροστά τους, τα «Επικίνδυνα Πλάσματα» ελάχιστη σχέση έχουν με «Τα Σαγόνια του Καρχαρία» (1975).
Στην ταινία εκείνη (και τις πολλές μιμήσεις της, αμερικανικής ή ιταλικής προέλευσης), ο πανίσχυρος κυνηγός των θαλασσών ήταν ο θύτης και ο αδύναμος άνθρωπος ήταν το θύμα του. Σε τούτη εδώ, οι καρχαρίες, ανεξαρτήτως είδους (λευκός, σφυροκέφαλος, τίγρης, μάκο, υπάρχουν κι άλλες, πολλές παραλλαγές), είναι πάντα αδηφάγα σαρκοβόρα ψάρια, αλλά δεν είναι δολοφόνοι. Είναι πεινασμένα ζώα που αναζητούν τροφή και γίνονται το φονικό όπλο ενός μανιακού δολοφόνου. Δεν είναι αυτοί οι ίδιοι οι φονιάδες. επιτελούν έναν ρόλο ανάλογο εκείνου του γιγαντιαίου κροκόδειλου, τον οποίο διατηρούσε ως κατοικίδιο στον παρακείμενο βάλτο και τάιζε με τα θύματά του ο σχιζοφρενής στην ταινία του Τόμπι Χούπερ «Στα Σαγόνια του Κροκόδειλου» (ή αλλιώς «Η Πανσιόν του Τρόμου», διανομής του 1976).
Έχω ήδη αναφέρει δύο ταινίες, στοιχεία των οποίων απομονώνει και εντάσσει στην πλοκή του ο σεναριογράφος Νικ Λέπαρντ. Μια τρίτη, εξίσου σημαντική μ’ αυτές, αλλά πολύ πιο κυνική και διεστραμμένη στη σύλληψή της, είναι ο προγενέστερος «Ηδονοβλεψίας» (1960) του Μάικλ Πάουελ, όπου ο ψυχοπαθής δολοφόνος δεν σκοτώνει απλώς όμορφες νεαρές γυναίκες, αλλά και γοητεύεται από την καταγραφή του θανάτου τους και νοιώθει απέραντη χαρά μπροστά στη θέασή του ως φιλμαρισμένο θέαμα.
Ό,τι ήταν ο Μαρκ στην ταινία του Βρετανού Πάουελ είναι ο Τάκερ στην ταινία του Αυστραλού Μπερν. Στην αρχική σεκάνς μας παρουσιάζεται σαν καπετάνιος ενός πλοιαρίου και χαρωπός ξεναγός, έτοιμος να βοηθήσει τους θαρραλέους εκείνους τουρίστες που θέλουν να ζήσουν στιγμές εφιαλτικής ομορφιάς στα βάθη της θάλασσας, κλεισμένοι μέσα σ’ ένα μεταλλικό κλουβί και περιστοιχισμένοι από καρχαρίες. Μέχρι που μας αποκαλύπτεται το αληθινό του πρόσωπο και ο πραγματικά εγκληματικός χαρακτήρας του. Μια μαχαιριά στον λαιμό του άτυχου Γκρεγκ (Λίαμ Γκρέινκι) κι ένα ελαφρύ σπρώξιμο του κορμιού του για να πέσει στη θάλασσα, προξενούν ανείπωτο τρόμο στη Χέδερ (Έλα Νιούτον), που αρχίζει να καταλαβαίνει σε τι θανάσιμη παγίδα έχει πιαστεί. Και προξενεί στον θεατή, που έχει μείνει έκπληκτος λες και τον χτύπησε κεραυνός, ακριβώς όπως και τη Χέδερ, το πρώτο ρίγος τρόμου. Θα έρθουν κι άλλα, ακόμη πιο ισχυρά!
Ο Τάκερ (Τζάι Κόρτνεϊ) είναι το πιο επικίνδυνο από τα πλάσματα της ταινίας. Τη βία των οποίων η ταινία μας παρουσιάζει άμεσα και καθαρά. Είτε πρόκειται για τον Τάκερ (άξιο χρήστη ενός αιχμηρού μαχαιριού, μιας πλαστικής σακούλας, ενός κοφτερού τσεκουριού), είτε πρόκειται για τους καρχαρίες που καλεί, ρίχνοντας αίμα στη θάλασσα, πριν κατεβάσει σ’ αυτήν το αβοήθητο, δεμένο με σχοινί θύμα του, για να το κομματιάσουν, ενώ αυτός θα καταγράφει τον τρόμο στα μάτια του τη στιγμή του διαμελισμού του. Και υπάρχουν πολλές μοναδικές και αναμφίβολα τρομακτικές σκηνές, κινηματογραφημένες με τέτοιον τρόπο ώστε να προκαλούν ή να μεταδίδουν τον φόβο στον θεατή.
Τα «Επικίνδυνα Πλάσματα», ωστόσο, είναι κάτι παραπάνω από μία απλή ταινία τρόμου για τα μακάβρια έργα ενός σχιζοφρενή δολοφόνου. είναι και μία ταινία για την ακατανίκητη επιθυμία για ανθρώπινη επαφή σ’ έναν κόσμο εχθρικό, για τις διαπροσωπικές σχέσεις και για την έλξη προς το έτερον ήμισυ. Η Ζέφιρ (Χάσι Χάρισον), η ηρωίδα του φιλμ, είναι μία νεαρή Αμερικανίδα surfer που μεγάλωσε μακριά από γονείς, από τη μια ανάδοχη οικογένεια στην άλλη, χωρίς να νιώσει θαλπωρή κι αγάπη, και τώρα έχει καταφύγει στην Αυστραλία, όπου ζει ως νομάδας σ’ ένα van και στηρίζεται στο σθένος και τις δυνάμεις της. Γι’ αυτό και είναι επιφυλακτική με τους άνδρες, τη συντροφιά των οποίων επιζητεί, αλλά και φοβάται. Μέχρι που γνωρίζει τον Μόουζες (Τζος Χιούστον), έναν άλλον καβαλάρη των κυμάτων, Αυστραλό και μεσίτη στο επάγγελμα. Παρά τις ομοιότητές τους (και οι δυο είναι μοναχικοί, σαν τους καρχαρίες), θα χρειαστεί να υποστεί μια σειρά δοκιμασιών μέχρι να καταλάβει ότι τα αισθήματά του γι’ αυτήν είναι αληθινά και όχι προσποιητά. «Οι άνθρωποι δεν πρέπει να ζουν μόνοι», είναι το ουσιώδες μήνυμα της ταινίας, κι είναι λίγο ασυνήθιστο για το είδος στο οποίο ανήκει.
Εν κατακλείδι, η πραγματική δύναμη του έργου έγκειται στην ακριβόλογη παρουσίαση των χαρακτήρων της, στις μεταστροφές της αφήγησης και στη σωστά υπολογισμένη κλιμάκωση της έντασης, καθώς επίσης στον τρόπο που απεικονίζει τις σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους και τη σχέση των ανθρώπων με τα όντα του ζωικού βασιλείου.
