FreeCinema

Follow us

ΠΟΡΦΥΡΟΣ ΛΟΦΟΣ (2015)

(CRIMSON PEAK)

  • ΕΙΔΟΣ: Τρόμου
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γκιγέρμο ντελ Τόρο
  • ΚΑΣΤ: Μία Γουασικόφσκα, Τομ Χίντλστον, Τζέσικα Τσάστεϊν, Τσάρλι Χάναμ, Τζιμ Μπίβερ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 119'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: UIP

Βασανισμένη από οικογενειακές τραγωδίες, η Ίντιθ Κούσινγκ βρίσκει καταφύγιο στην αγάπη ενός μυστηριώδους βαρονέτου που αναζητά χρηματοδότες για μια εφεύρεσή του στην Αμερική. Θα παντρευτούν στα ξαφνικά και θα μετακομίσουν σε έναν σχεδόν ερειπωμένο πύργο, στην Αγγλία του 19ου αιώνα. Μαζί τους, η ζηλιάρα αδελφή εκείνου αλλά και η «ψυχή» του οίκου τους, που κρατά καλά θαμμένα μυστικά…

Άλλο πράγμα το να καταλαβαίνουμε μια καλή ταινία και άλλο το να καταλαβαίνουμε την ίδια ταινία υπό το πρίσμα του genre στο οποίο ανήκει. Ο «Πορφυρός Λόφος» από τα πρώτα του λεπτά σε κάνει να καταλάβεις ότι ο Γκιγέρμο ντελ Τόρο έχει κάνει μια καλή ταινία. Μέχρι τους τίτλους τέλους, όμως, οι οποίοι με βρήκαν με… δάκρυα χαράς για το φιλμ που απόλαυσα, αυτός ο σκηνοθέτης μου έδωσε να καταλάβω πόσο πολύ σέβεται το συγκεκριμένο genre, για να κάνει μια τόσο τέλεια ταινία. Ο «Πορφυρός Λόφος», λοιπόν, ανήκει σε αυτή την κατηγορία των φιλμ που αποτελούν σταθμό για το είδος τους. Διότι ο σκηνοθέτης του το αγαπάει. Και το καταλαβαίνει σε βαθμό ύψιστης λατρείας. Ναι, αυτή εδώ η ταινία είναι κάτι σαν θρησκευτική εμπειρία για τους fans τού σινεμά τρόμου (με έμφαση στην goth πλευρά του)!

Πιθανότατα, μιλάμε και για την πιο προσωπική δουλειά του ντελ Τόρο, ένα φιλμ στο οποίο η φροντίδα και η λεπτομέρεια σε κάθε καλλιτεχνικό τομέα της παραγωγής σε αφήνει με… το αίμα παγωμένο! Μπορεί να μην έχει να κάνει με εθνικιστικά ζητήματα, βιώματα ή φαντάσματα ενός ιστορικού παρελθόντος (στοιχεία που συναντάμε συχνά στη φιλμογραφία του), όμως δηλώνει ξεκάθαρα την αφοσίωσή του απέναντι σε ένα κινηματογραφικό είδος με μεγάλη παράδοση, το οποίο ζηλεύει ως δημιουργός – νοσταλγός και εδώ υπηρετεί σα να στέλνει μια «ερωτική επιστολή» προς τους σκηνοθέτες και τις ταινίες που το υπηρέτησαν στο παρελθόν. Χωρίς να ξεχνά και τη λογοτεχνική «προίκα» που άφησαν στο γοτθικό υπο-είδος οι αδελφές Μπροντέ, ο Έντγκαρ Άλαν Πόου, ο Χένρι Τζέιμς, η Μαίρη Σέλεϊ, έως και ο Μπραμ Στόκερ. Με αυτή την τελευταία επισήμανση, το τρομακτικό, φυσικά, κάνει ένα αφόρητα λυρικό πάντρεμα και με τον ρομαντισμό, κουβαλώντας στον «Πορφυρό Λόφο» τα πιο καταραμένα συστατικά μιας… ερωτικής ιστορίας.

Το πρώτο μέρος τού φιλμ, στην Αμερική, σου δίνει τα στοιχειώδη clues (ένα φάντασμα που προειδοποιεί την κεντρική ηρωίδα για τα μελλούμενα, δύο αδέλφια τόσο σατανικά στο μυαλό, ο άγριος και άφοβα gory στην οπτικοποίηση φόνος του πατέρα της Ίντιθ) για μια ιστορία μυστηρίου που θα αρχίσει να παίρνει μορφή όταν το νιόπαντρο ζευγάρι μετακομίσει στον ετοιμόρροπο πύργο των Σαρπ, ένα βικτωριανό στοιχειό από μόνο του, που σχεδόν βουλιάζει στο γεμάτο άργιλο υπέδαφός του, προαναγγέλλοντας κάτι σαφώς αιματοβαμμένο για την κατάληξη.

Από τη στιγμή της μετακόμισης, ο «Πορφυρός Λόφος» αποθεώνει αισθητικά τις αναφορές σε τούτο το παλαιομοδίτικο είδος των ταινιών τρόμου, φέρνοντας στον νου ακόμη και φιλμ όπου η ατμόσφαιρα ή ο ίδιος ο οίκος που φιλοξενούσε τους ήρωες αποκτούσε την δική του «ψυχή», κουβαλώντας θανάσιμα μυστικά και φαντάσματα, αληθινά (όπως πιστεύει η Ίντιθ) ή βγαλμένα από το μυαλό. Η «Rebecca» (1940) του Άλφρεντ Χίτσκοκ συναντά το «Dragonwyck» (1946) του Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς κι ύστερα έρχεται ο πραγματικός (ή και απειλητικά υπαινικτικός) τρόμος των «The Innocents» (1961) και «The Haunting» (1963), για να φτάσουμε στο Technicolor των παραγωγών της American International Pictures (κυρίως με τις μεταφορές των έργων του Πόου) και της βρετανικής Hammer (όπου μεγαλούργησε ο Τέρενς Φίσερ). Η χρωματική παλέτα του ντελ Τόρο, βέβαια, κάνει κάτι ακόμη πιο θρασύ και αγγίζει μέχρι την υπερβολή του ιταλικού giallo, το οποίο αγριεύει έντονα τους τόνους όταν τα φαντάσματα… πληθαίνουν και η απόχρωση του αργίλου αποκτά το… «Profondo Rosso» του αίματος.

Η δουλειά που έχει γίνει στον οίκο των Σαρπ είναι απλά συγκλονιστική. Ο πύργος μοιάζει τόσο ζωντανός, με εκείνη την τεράστια τρύπα στην οροφή που επιτρέπει στο στοιχείο της φύσης να μαρτυρά την εποχή τού χρόνου στο σκοτεινό εσωτερικό του, τους σκώρους στους τοίχους, τον άργιλο να μοιάζει σαν… εσωτερική «αιμορραγία» στο design και κάθε επίπεδο – όροφό του να αποκαλύπτει διαρκώς στοιχειωμένα μυστικά. Ο Τόμας Σάντερς, πραγματικά, έχει μετατρέψει το σκηνογραφικό κομμάτι της ταινίας σε τέταρτο ρόλο, δίπλα στους τρεις βασικούς πρωταγωνιστές και αποτελεί την πρώτη σοβαρή διεκδίκηση για το Όσκαρ του κλάδου του για το 2016 (είχε προταθεί ξανά το 1993 για τον «Δράκουλα» του Κόπολα, αλλά το αποτέλεσμά του εδώ ξεπερνά τη φαντασία!).

Δεν τολμώ να αναφερθώ σε φωτογραφία, κοστούμια, μουσική και μιξάζ. Ο ντελ Τόρο έχει σταθεί τόσο ακριβής πάνω από κάθε τομέα καλλιτεχνικής υποστήριξης του «Πορφυρού Λόφου», που αυτό που βλέπεις και ακούς στην αίθουσα είναι πραγματικά αψεγάδιαστο. Το puzzle τού μυστηρίου της πλοκής ολοκληρώνεται δίχως παραφωνίες, το gore είναι άφθονο και ανατριχιαστικό και η όλη «revisited» απόπειρα του δημιουργού να ξανανιώσει ένα θέαμα που σε πηγαίνει δεκαετίες πίσω, στα πιο κλασικά παραδείγματα του γοτθικού genre, έχει γίνει με γνώση και αγάπη. Αγάπη τόσο δυνατή που κάνει τους ανθρώπους ικανούς για τα πάντα. Τρομακτικούς, πιο επικίνδυνους κι από τις αλύτρωτες ψυχές που πέρασαν στην «άλλη» πλευρά, αφήνοντας πίσω μονάχα θνητά τέρατα, που σιγοτρώνε τα σωθικά ενός ολόκληρου πολιτισμού. Δεν είναι λυπηρή η διαπίστωση. «Είναι η φύση. Υπάρχει ένας άγριος κόσμος από πράγματα που πεθαίνουν ή τρώνε το ένα το άλλο, ακριβώς κάτω από τα πόδια μας…». Ειλικρινά. Χωρίς «μεταφορές».

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Καλλιτεχνική δημιουργία υψηλού επιπέδου, που τιμά το genre στο οποίο ανήκει ως έργο αναφοράς, προορισμένη να μείνει κλασική στο μέλλον. Όσοι γνωρίζουν τι πάνε να δουν, θα παραληρήσουν. Όσοι «γνωρίζουν» το είδος του τρόμου ως «cheap thrills» μονάχα, θα το βρουν πολύ παλιοκαιρίσιο, ανιαρά ρομαντικό και ίσως όχι τόσο τρομακτικό (αν και υπάρχουν σκηνές που θα κάνουν τους πάντες να κλείσουν τα μάτια τους!). Οι χαρακτήρες και οι ερμηνείες συνορεύουν επικίνδυνα με το camp, άρα υπάρχει κίνδυνος για σχετικό «σούσουρο» στις αίθουσες των multiplex. Από όποια οπτική και να το δεις, όμως, είναι μια από τις πιο όμορφες σε αισθητική και προσεγμένες σαν κατασκευή ταινίες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια.


MORE REVIEWS

ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ 2020

Για 26η χρονιά, το καθιερωμένο ραντεβού των Αθηναίων που θέλουν να γιορτάζουν την αγάπη τους για το σινεμά δίνεται και πάλι σε τούτη την πόλη, από τις 23 Σεπτεμβρίου έως και τις 4 Οκτωβρίου, με συνολικά 138 ταινίες απ' όλο τον κόσμο, τρία διαγωνιστικά τμήματα, ειδικά αφιερώματα, ντοκιμαντέρ, πρεμιέρες της εγχώριας παραγωγής και ελληνικά φιλμ μικρού μήκους. Έτοιμοι για Νύχτες Πρεμιέρας;

ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

Ο γηραιός Εντ, χήρος πια, δεν τα φέρνει βόλτα μόνος στο σπίτι και η κόρη του δεν έχει αρκετό χρόνο για να τον επιτηρεί, προσπαθώντας να κουμαντάρει δουλειά και οικογένεια με τρία παιδιά. Η λύση είναι μόνο μία: να μετακομίσει στο δικό της σπίτι. Αλλά εκεί δεν περισσεύει δωμάτιο για τον παππού. Όταν ο μικρός εγγονός υποχρεώνεται να χάσει το δικό του και καταλήγει στη σοφίτα, ξεκινά… ανένδοτος πόλεμος!

Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Μία δασκάλα της κινέζικης γλώσσας σε γυμνάσιο της Σιγκαπούρης ξεχωρίζει έναν από τους πιο μέτριους μαθητές της τάξης της και προσπαθεί να τον βοηθήσει να περάσει με καλό βαθμό. Μοιραία, θα αναπτυχθεί μεταξύ τους μια σχέση που θα ξεφύγει από την απλή φιλία…

Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ

Η μεσόκοπη Τζουλιέτα υποψιάζεται πως ο σύζυγός της ερωτοτροπεί με άλλες γυναίκες και στρέφεται μέχρι και στον μυστικισμό για να ξεπεράσει τα υπαρξιακά της προβλήματα. Πού θα βρει τη λύτρωσή της; Στο «μαζί» ή στο «μόνη»;

ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ

Στο πέρας έξι ετών, η Αγγελική Αντωνίου καταγράφει με την κάμερά της τους άγνωστους κατοίκους της Αθήνας, τα αδέσποτά της, δίνοντας «φωνή» στην παρουσία, τους χαρακτήρες, τις ιδιαιτερότητες, αλλά και την… αδέσποτη ομορφιά τους.