FreeCinema

Follow us

ΧΑΡΑ (2012)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ηλίας Γιαννακάκης
  • ΚΑΣΤ: Αμαλία Μουτούση, Γιώργος Συμεωνίδης, Λήδα Πρωτοψάλτη, Στεφανία Γουλιώτη, Νίκος Φλέσσας
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 80’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ

Γυναίκα απάγει νεογνό για να ικανοποιήσει το μητρικό της ένστικτο, γυναίκα καταλήγει στη φυλακή, γυναίκα έρχεται αντιμέτωπη με τη λαϊκή οργή στο δικαστήριο. Η ιστορία της Χαράς είναι, σχεδόν, μια ασπρόμαυρη ελληνική ταινία των 50’s.

Η Χαρά Νικολάου της Αμαλίας Μουτούση ανεβαίνει τα σκαλιά τής μαιευτικής κλινικής και μπαίνει στο θάλαμο με τα νεογνά. Ύστερα από λίγο δευτερόλεπτα, εξέρχεται με ένα χαμόγελο στα χείλη κι ένα μωρό στην αγκαλιά. Ταΐζει το μωρό, το φροντίζει, του εκδηλώνει αγάπη. Το βάζει στο αυτοκίνητο για να πάνε μια βόλτα και ανοίγει το ραδιόφωνο. Η φωνή τού ραδιοφώνου προειδοποιεί ότι «η αδίστακτη γυναίκα που έκλεψε το νεογνό παραμένει ελεύθερη». Η Χαρά κλείνει ανέκφραστα το ραδιόφωνο, βάζει ένα CD με μουσική να παίζει και γυρίζει να κοιτάξει το μωρό. Του χαμογελάει στοργικά.

Ήδη από τα πρώτα (ασπρόμαυρα) λεπτά της, η «Χαρά» του Ηλία Γιαννακάκη έχει δείξει τις προθέσεις της. Κατά πρώτον, επιθυμεί να αφηγηθεί τα γεγονότα ελλειπτικά και αφαιρετικά, μεταδίδοντας στο θεατή τις απολύτως απαραίτητες πληροφορίες για την κατανόηση της ιστορίας. Κατά δεύτερον, το μόνο που, ουσιαστικά, την ενδιαφέρει είναι η οπτική τής Χαράς. Από την πρώτη σκηνή στο νοσοκομείο και τις μικρές, καθημερινές σκηνές με το «παιδί της» μέχρι την καθημερινότητά της στη φυλακή και τις σκηνές στο δικαστήριο, ο χαρακτήρας της και η οπτική της παραμένουν σε πρώτο πλάνο, διαγράφοντας μια και καλή οποιαδήποτε προοπτική αντικειμενικής παρατήρησης. Ο φακός του Ηλία Γιαννακάκη μπορεί να μην αγιοποιεί τη Χαρά, όμως, σίγουρα, είναι ένας μεροληπτικός παρατηρητής, που προσπαθεί να κατανοήσει τον εύθραυστο ψυχισμό μιας γυναίκας (παρά το γεγονός ότι η «Χαρά» είναι προγενέστερη, θεματικά συγγενεύει πολύ με το «September», το οποίο διανεμήθηκε νωρίτερα μέσα στην τρέχουσα σεζόν), χωρίς, όμως, να μπορεί να οδηγηθεί σε κάποιο τελικό συμπέρασμα.

Δίκαια, βέβαια, λόγω αυτής της προσέγγισης, τα πάντα βασίζονται πάνω στην ίδια τη Μουτούση. Στο πρώτο μέρος, που αναπτύσσει τη σχέση της Χαράς με το μωρό και εμβαθύνει στην προσωπικότητά της είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την ηθοποιό να δημιουργήσει ανατριχιαστικά ένα χαρακτήρα που προκαλεί την οργή της κοινωνίας, αλλά μέσα στο παράξενο μυαλό της διακατέχεται από αγάπη, φροντίδα και στοργή. Οι solo σκηνές τής Μουτούση μεταδίδουν μια σπαρακτική απελπισία, το βλέμμα της διαπερνά την οθόνη και οι ανεπαίσθητοι σπασμοί του προσώπου της δημιουργούν έναν άνθρωπο πολυσχιδή και απρόβλεπτο. Η Χαρά είναι ταυτόχρονα ο άνθρωπος που θα καθίσει σιωπηλός και ακίνητος για ώρα και, ξαφνικά, θα οδηγηθεί ακόμα και στο φόνο για να υποστηρίξει την ιδιόμορφη «οικογένεια», που ο ίδιος δημιούργησε.

Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, η Χαρά έχει φυλακιστεί, η ταινία αλλάζει θεματική και μεταβάλλεται σε δικαστικό δράμα, με σαφείς αναφορές στις ασπρόμαυρες ταινίες της δεκαετίας του 1950. Σε αυτό το σημείο είναι που το φιλμ αρχίζει να χάνει τον έλεγχο και αφέλειες ή απλοϊκές προσεγγίσεις αρχίζουν να υπεισέρχονται, τόσο στους διαλόγους όσο και στην υποκριτική γραμμή. Οι ατάκες του δικαστηρίου είναι κακογραμμένες και οι ερμηνείες όχι απόλυτα πειστικές (εκτός αν αποτελούν ενσυνείδητα παρωδία των ελληνικών ταινιών τέτοιου «είδους» από το παρελθόν). Το ιδιότυπο δράμα της αρχής μετατρέπεται σε παρωδία και η αλλαγή ταυτότητας δημιουργεί, το λιγότερο, σύγχυση. Ευτυχώς, στο επίκεντρο εξακολουθεί να παραμένει η οπτική της Χαράς. Ό,τι μαθαίνουμε είναι όσα αφήνει η Χαρά να ακούσουμε από το περιβάλλον της, ακόμα και τις κατηγορίες που της προσάπτουν. Δε μαθαίνουμε ποτέ όλες τις λεπτομέρειες της ζωής της. Δε μαθαίνουμε ποτέ τα πραγματικά της κίνητρα. Δε μαθαίνουμε ποτέ γιατί κατέληξε μόνη – παρά μόνο αφηνόμαστε στις αντιδράσεις της και στα στωικά χαμόγελα, που ίσως μαρτυρούν έναν μεγαλύτερο πόνο μέσα στην ψυχή της από όσο θέλει να δείξει.

Αυτή η τακτική δημιουργεί, τελικά, ένα ανομοιογενές μείγμα, που άλλοτε εκπλήσσει θετικά και άλλοτε προκαλεί το αμήχανο γέλιο. Από τη μια, υπάρχει μια διακριτή σκηνοθετική ταυτότητα και, από την άλλη, μια λαϊκίστικη στροφή στην πορεία, που, σχεδόν, αναιρεί την πρωτοτυπία τής αρχής. Όσο, όμως, το μάτι του θεατή παραμένει καρφωμένο στο πρόσωπο της Μουτούση, τα ντεφό της ταινίας εξασθενούν, οδηγώντας μας άλλη μια φορά στη διαπίστωση ότι δε λείπουν ικανοί ηθοποιοί από τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο αλλά περισσότερο συνεπή σενάρια.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αν είσαι ανάμεσα στους… δεκαπέντε που παρακολουθούν ανελλιπώς ελληνικό σύγχρονο κινηματογράφο, ναι. Δυστυχώς, όμως, για τους υπόλοιπους, η ταινία δεν κάνει κάτι περισσότερο για να διευρύνει το περιορισμένο της κοινό. Και είναι κρίμα, γιατί χάνεται η ευκαιρία να δεις πόσο καλούς (μη τηλεοπτικούς) ηθοποιούς έχουμε. Ειλικρινά.


MORE REVIEWS

ΥΠΟΨΙΕΣ

Ακαταμάχητος playboy «τυλίγει» γοητευτική κληρονόμο, παντρεύονται, όμως σταδιακά εκείνη υποψιάζεται ότι ο μοναδικός του στόχος είναι να τη σκοτώσει.

ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ

Η Κάρολ, μια υπερευαίσθητη νεαρή κοπέλα που δουλεύει σε ινστιτούτο αισθητικής και συγκατοικεί με την αδελφή της σ’ ένα λονδρέζικο διαμέρισμα, απομονώνεται σταδιακά από τον κοινωνικό περίγυρο, εξαιτίας της αποστροφής της προς τους άνδρες και το σεξ. Ο διαρκώς αυξανόμενος εγκλεισμός της, όμως, θα την βυθίζει όλο και περισσότερο στην παράνοια.

ΠΟΥ ΠΑΩ ΠΑΛΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ;

Κατά το δελτίο Τύπου, «ένας δημόσιος υπάλληλος από μικρός ονειρευόταν να δουλέψει για το κράτος και το κατάφερε! Τώρα ζει μία άνετη ζωή και απολαμβάνει τα προνόμιά του. Όλα αυτά μέχρι την ημέρα που η Κυβέρνηση θα αποφασίσει να καταργήσει την υπηρεσία του».

Ο ΚΑΚΟΣ ΜΠΕΛΑΣ

Πληρωμένος δολοφόνος πιάνει δωμάτιο ξενοδοχείου έναντι δικαστικού μεγάρου, προκειμένου να καθαρίσει μάρτυρα που ετοιμάζεται να κελαηδήσει. Ο αυτοκτονικός γείτονάς του, όμως, τού κάνει τη ζωή κόλαση.

ΕΧΩ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΖΗΣΩ

Άπαξ της αποφυλάκισής του, πρώην κατάδικος επιχειρεί να μπει στον ίσιο δρόμο. Παντρεύεται την πιστή του αγαπημένη, πιάνει δουλειά, νοικοκυρεύεται, σύντομα όμως ανακαλύπτει πως ο κόσμος είναι άδικος για τους πρώην κατάδικους που επιχειρούν να μπουν στον ίσιο δρόμο...

MR KLEIN

MR KLEIN

Είναι μια και κλέβει ένα μωρό. Ελληνικό. Μαυρόασπρο. Στο «Θαύμα της Μεγαλόχαρης», το μωρό το έκλεβε ο γύφτος και βγαίνανε και στα πανηγύρια. Απείρως καλύτερο ήτανε, σήμερα δεν ξέρουν να γυρίζουν έργα…